Ο Ματέο Ρέντσι ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει ένα πολύ δύσκολο και κρίσιμο φθινόπωρο: η αναφορά, φυσικά, είναι στην πολιτική και οικονομική επικαιρότητα, αλλά πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να δώσει ουσιαστικές απαντήσεις στους χιλιάδες αστέγους του Αματρίτσε, του χωριού Ακούμολι, της Πεσκάρα ντελ Τρόντο.
Στην πρώτη θέση της ατζέντας του τώρα βρίσκεται το μέλλον των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι συνεχίζουν να ζητούν να μη μείνουν ξεχασμένοι σε κοντέινερ ή σε κάποιες συνοικίες-φαντάσματα, όπως συνέβη με τους κατοίκους της Λ’Ακουιλα επί εποχής Μπερλουσκόνι.
Είναι ίσως το πιο δύσκολο στοίχημα, το αποτέλεσμα του οποίου ή θα αποδείξει ότι πράγματι κάτι μπορεί να αλλάξει στη διαχείριση των «αιωνίων συνθηκών» εκτάκτου ανάγκης ή θα επιβεβαιώσει ότι οι εκπρόσωποι της πολιτικής κάστας νοιάζονται μόνον για την επικοινωνιακή παράμετρο των τραγικών αυτών γεγονότων.

Την ίδια ώρα, ο επικεφαλής του ιταλικού Δημοκρατικού Κόμματος πρέπει να βρει ικανοποιητικές λύσεις, οι οποίες να πείσουν τους Ιταλούς ότι η χώρα μπορεί πράγματι να βγει από την οικονομική κρίση.
Ο μέσος όρος της μέχρι τώρα αύξησης του ΑΕΠ το 2016 δεν ξεπέρασε το 0,6%, παρά τον εργασιακό νόμο που διευκόλυνε τις απολύσεις, παρέχοντας και οικονομικά κίνητρα στους εργοδότες για να αυξήσουν τις μόνιμες προσλήψεις.
Συνολικά μέχρι τον Δεκέμβριο οι προβλέψεις λένε ότι το εγχώριο ακαθάριστο προϊόν θα είναι πολύ δύσκολο να παρουσιάσει αύξηση μεγαλύτερη του 1% με 1,2%.
Και όλοι οι οικονομολόγοι συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι με ανάπτυξη χαμηλότερη του 2% η οικονομία δεν θα μπορέσει ποτέ να ξαναρχίσει να «τρέχει».
Ο κεντροαριστερός Ιταλός πρωθυπουργός πρέπει να πείσει το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες ότι η χώρα του αξίζει να της δείξουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, ώστε να κάνει χρήση των δυνατοτήτων που προσφέρει η λεγόμενη «ευελιξία».
Κάτι που σημαίνει πρώτα απ’ όλα μια πιο χαλαρή μείωση της σχέσης ελλείμματος – ΑΕΠ.
«Πολλοί αναφέρονται με έμφαση στις θετικές επιδόσεις της Ισπανίας αλλά λίγοι λένε ότι στους Ισπανούς επετράπη να ανεβάσουν τη σχέση αυτή ελλείμματος – ΑΕΠ στο 5%» δήλωσε πρόσφατα ο Ρέντσι, κατά τη διάρκεια δημόσιας συζήτησης σε θέρετρο της Τοσκάνης.
Ελπίζει δηλαδή ότι η πρόσφατη θετική στάση κατανόησης της Ενωσης προς την Ισπανία και την Πορτογαλία θα οδηγήσει και σε μια διαφορετική αντιμετώπιση της ιταλικής περίπτωσης.
Υπάρχει η αίσθηση, άλλωστε, ότι μετά το Brexit, τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όσο και γενικότερα οι ιδεολογικοί υπέρμαχοι της λιτότητας, έχουν αποδυναμωθεί.
Οτι δύσκολα κάποιος θα αποφάσιζε να ρισκάρει μια ανοιχτή σύγκρουση με τη Ρώμη, η οποία θα μπορούσε να έχει απρόβλεπτες συνέπειες.
Δεσμεύτηκε και… ξεδεσμεύτηκε
Οπως ακριβώς σε απρόβλεπτες συνέπειες μπορεί να οδηγήσει και το δημοψήφισμα για την έγκριση των θεσμικών αλλαγών που προώθησε η κυβέρνηση.
Το κύριο ερώτημα, στο οποίο θα πρέπει να απαντήσουν οι πολίτες, είναι αν εγκρίνουν την αποδυνάμωση της Γερουσίας και την αλλαγή του τρόπου εκλογής του προέδρου της Δημοκρατίας.
Πρόκειται για θέματα που δεν συγκινούν ιδιαίτερα τους Ιταλούς ψηφοφόρους, αλλά ο Ρέντσι έκανε το λάθος να τα προσωποποιήσει, ανεβάζοντας αισθητά τους τόνους.
Πριν από λίγους μήνες είπε στους συμπατριώτες του ότι, αν δεν εγκρίνουν τις αλλαγές που σχεδιάστηκαν από την κυβέρνησή του, θα παραιτηθεί.
Το αποτέλεσμα ήταν όλες οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης να ενωθούν στο μέτωπο του «όχι» στις θεσμικές μεταρρυθμίσεις, ζητώντας από τους πολίτες «να τις βοηθήσουν να στείλουν σπίτι του τον πρωθυπουργό».
Ο Ρέντσι πριν από λίγες μέρες κατάλαβε και αναγνώρισε το λάθος του, λέγοντας ότι δεν έπρεπε να αναφερθεί στην παραμονή του στο κυβερνητικό μέγαρο και επιμένοντας ότι «οι βουλευτικές εκλογές θα γίνουν κανονικά το 2018».
Μένει να δούμε αν, όταν γίνει τελικά το δημοψήφισμα (η ημερομηνία του δεν έχει ακόμη οριστεί), οι Ιταλοί θα επιλέξουν να σώσουν ή να τιμωρήσουν τον επικεφαλής της Κεντροαριστεράς και πρώην δήμαρχο της Φλωρεντίας.
Καμία πρόβλεψη δεν μπορεί να γίνει με βεβαιότητα, αλλά πέρα από ασάφειες και τακτικές υποχωρήσεις πρέπει να λάβει υπόψη του κανείς ότι σε αυτή τη φάση δεν υπάρχει άλλος πολιτικός που να μπορεί να απειλήσει τον Ρέντσι όσον αφορά την ανάληψη της πρωθυπουργίας.
Μόνη εξαίρεση είναι μάλλον εκείνη του Λουίτζι ντι Μάιο, προβεβλημένου στελέχους των Πέντε Αστέρων και αντιπροέδρου της Βουλής.
Επισήμως, όμως, δηλώνει ακόμη ότι δεν έχει αποφασίσει να διεκδικήσει την ηγεσία της χώρας.
Αλλωστε, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, μέχρι την τελευταία στιγμή, οι ιδιαίτερες ισορροπίες και οι μηχανισμοί λήψης αποφάσεων στο εσωτερικό του κινήματος που ίδρυσε ο Μπέπε Γκρίλο.
