Αποστολή σε Βερολίνο και Φρανκφούρτη
Μπορεί το 2015 η Ελλάδα να αποτελούσε κεντρικό θέμα συζήτησης στα γερμανικά μέσα ενημέρωσης, όμως ένα χρόνο μετά οι αναφορές είναι σπάνιες και τα προβλήματα στην Ευρωπαϊκή Ενωση πολύ μεγαλύτερα: Brexit, προσφυγική κρίση και τρομοκρατία.
Στο Βερολίνο το ελληνικό πρόβλημα θεωρείται ότι βρίσκεται στον σωστό δρόμο για την επίλυσή του, αλλά κανείς δεν προσδιορίζει χρονικά το πότε αυτό θα συμβεί.
Δεν λείπουν βέβαια και οι φωνές, κυρίως σε ένα μέρος του γερμανικού συντηρητικού κατεστημένου, οι οποίες υποστηρίζουν ότι η υπόθεση Grexit δεν έχει λήξει, οι μεταρρυθμίσεις επί της ουσίας δεν προχωρούν και ότι η Ελλάδα πρέπει να κάνει ένα «διάλειμμα» από την ευρωζώνη.
Οπως και στην Ελλάδα, έτσι και στη Γερμανία οι απόψεις για τα αίτια της συνεχιζόμενης ελληνικής κρίσης ποικίλλουν ακόμη και μεταξύ κορυφαίων παραγόντων της πολιτικής και οικονομικής ελίτ.
Η καγκελάριος Μέρκελ έχει ξεκάθαρη στάση απέναντι στο ζήτημα και στηρίζει ανοιχτά τόσο την ελληνική κυβέρνηση όσο και προσωπικά τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα στην εφαρμογή του τρίτου Μνημονίου.
«Της αρέσει ως άτομο σε προσωπικό επίπεδο. Τον θεωρεί καλό παιδί και ευθύ τύπο. Συζητάς μαζί του, συμφωνείς και μετά το κάνει» λέει στην «Εφ.Συν.» πηγή της γερμανικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης, αφήνοντας κάποιες αιχμές μόνο για την περίοδο προκήρυξης του δημοψηφίσματος το 2015.
Οπως εξηγεί η ίδια πηγή, ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές γιατί τα άλλα κόμματα είχαν χάσει την αξιοπιστία τους. «Ο Αλ. Τσίπρας είναι νέος, φρέσκο πρόσωπο και έπρεπε να έχει την ευκαιρία του».
Στο ερώτημα γιατί μια γερμανική συντηρητική κυβέρνηση προσφέρει στήριξη σε μια ελληνική κυβέρνηση που δηλώνει αριστερή και ριζοσπαστική, η απάντηση είναι πως η καγκελάριος δεν δίνει σημασία αν κάποιος προέρχεται από άλλον πολιτικό χώρο.
«Ο Αλ. Τσίπρας δεν είναι απειλή, συνεργάζεται αρμονικά» υπογραμμίζουν οι ίδιοι κύκλοι.
Το ιδιαίτερα θετικό κλίμα που υπάρχει για την Ελλάδα στο ανώτατο επίπεδο της γερμανικής κυβέρνησης δεν εντοπίζεται και στα υπόλοιπα κλιμάκια, όπως π.χ. σε ένα μέρος της κοινοβουλευτικής ομάδας της γερμανικής Δεξιάς (Χριστιανοδημοκράτες και Βαυαροί Χριστιανοκοινωνιστές), στο υπουργείο Οικονομικών ή στην κεντρική τράπεζα (Bundesbank).
Bουλευτές της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU), ο οποίοι ανήκουν μεταξύ των 63 που πέρσι καταψήφισαν το τρίτο ελληνικό πακέτο διάσωσης στη γερμανική Βουλή (Bundestag), επιμένουν ακόμη και σήμερα ότι η Ελλάδα δεν εφαρμόζει τις μεταρρυθμίσεις και ότι «καταστρέφει τις ευρωπαϊκές αξίες». Βασικό τους επιχείρημα ότι η Ελλάδα μπήκε στο ευρώ με λάθος ισοτιμία.
Στη γερμανική πρωτεύουσα, λίγο πιο μακριά από το μέγαρο της καγκελαρίας -το οποίο αποκαλείται, λόγω του αρχιτεκτονικού σχεδίου του, και «πλυντήριο της Ανγκελα»-, βρίσκεται το κτίριο Detlev-Rohwedder, πρώην στρατηγείο του επικεφαλής της γερμανικής πολεμικής αεροπορίας (Luftwaffe) επί Χίτλερ, Χέρμαν Γκέρινγκ, και σημερινή έδρα του ομοσπονδιακού υπουργείου Οικονομικών.
Ο υπουργός Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, 72 ετών σήμερα, μπορεί στην Ελλάδα να θεωρείται από τα πλέον αντιδημοφιλή πρόσωπα ως ο εμπνευστής της λιτότητας στην ευρωζώνη, όμως στη Γερμανία είναι ένας πολιτικός που όλοι ακούν με προσοχή, ενώ υπάρχουν και μετρήσεις στις οποίες ξεπερνά σε δημοφιλία ακόμη και την καγκελάριο Μέρκελ.
Στελέχη του ΥΠΟΙΚ αποφεύγουν σήμερα να επαναλάβουν την παλαιότερη πρόταση του Β. Σόιμπλε σχεδόν σε όλους τους Ελληνες ομολόγους του, περί προσωρινής εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη.
Δηλώνουν συγκρατημένη αισιοδοξία για το ελληνικό ζήτημα, αναγνωρίζοντας παράλληλα το μέγεθος των δυσκολιών.
Οπως εξηγούν, τα προβλήματα της χώρας είναι μεγάλα και διαχρονικά, αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η περίφημη ιδιοκτησία του προγράμματος. Με άλλα λόγια, σημειώνουν, οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν εξήγησαν στους πολίτες την αναγκαιότητα των μέτρων, αντίθετα έλεγαν πως «αυτά δεν είναι σωστά, αλλά μας εξαναγκάζουν να τα πάρουμε».
Οσο για τη γενικότερη πολιτική στην ευρωζώνη, εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι η ανάπτυξη και η δημοσιονομική πειθαρχία δεν είναι έννοιες αντίθετες.
Μεγαλύτερος προβληματισμός για την Ελλάδα υπάρχει στη γερμανική κεντρική τράπεζα (Bundesbank), στελέχη της οποίας διαφωνούν ακόμη και με την πολιτική του διοικητή της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, όσον αφορά την ποσοτική χαλάρωση και τα χαμηλά επιτόκια.
Αμφισβητούν ανοιχτά τις δυνατότητες ανάκαμψης της Ελλάδας εντός ευρωζώνης και παραδέχονται ότι το ελληνικό ζήτημα είχε αρχικά υποτιμηθεί στην Ευρώπη.
Χαρακτηρίζουν λάθος τόσο την υπέρμετρη αύξηση των φόρων όσο και το γεγονός ότι το βάρος έπεσε στη δημοσιονομική προσαρμογή και όχι στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Αξιωματούχοι της τράπεζας τηρούν σκληρή στάση και στο ζήτημα του ελληνικού χρέους, χαρακτηρίζοντας ξεκάθαρο «κούρεμα» ακόμη και τη μείωση επιτοκίων και την παράταση αποπληρωμής των ομολόγων.
Θεωρούν απολύτως εφικτή τη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων ύψους 3,5% για χρόνια, φέρνοντας ως παράδειγμα το Βέλγιο και εκφράζουν απορίες για τους λόγους που δεν έχει καταπολεμηθεί ακόμη και σήμερα η φοροδιαφυγή στη χώρα.
Αμηχανία
Πάντως σε όλες τις συζητήσεις με Γερμανούς αξιωματούχους, κοινή συνισταμένη στο θέμα της Ελλάδας είναι η αμηχανία μπροστά στην παράθεση στοιχείων για το μέγεθος των συνεπειών από τα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής (ύφεση, μείωση ΑΕΠ, ανεργία, μειώσεις μισθών και συντάξεων, αύξηση φόρων κ.λπ.) και η συγκαταβατική διάθεση για όσα «επίπονα έχει περάσει ο ελληνικός λαός».
Αξιωματούχοι με συνολική γνώση των πολιτικών και οικονομικών δυσκολιών στην ευρωζώνη τονίζουν ότι η κρίση σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχει αντιμετωπιστεί, αλλά στην Ελλάδα ήταν μεγαλύτερη λόγω μη παραγωγικής οικονομίας.
Για τον λόγο αυτό απαιτούνταν μεγαλύτερες μεταρρυθμίσεις, όμως η πολιτική αβεβαιότητα αποτέλεσε ανασχετικό παράγοντα.
Εξωτερικός σύμβουλος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης με αίσθηση του χιούμορ αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ανάμεσα στη μία άποψη που λέει μονότονα ο Βορράς, ότι «οι κανόνες είναι κανόνες και πρέπει να εφαρμόζονται ανεξαρτήτως συνθηκών», και της άλλης που λέει ο Νότος, ότι «ο ήλιος λάμπει, τα πουλάκια κελαηδούν και όλα τα άλλα θα τα δούμε», μπορεί να βρεθεί η χρυσή τομή και να προχωρήσει η Ευρώπη παρακάτω.
Στον απόηχο του Brexit, στο Βερολίνο υπάρχει προβληματισμός για τη μείωση της δημοφιλίας της Ε.Ε. και την άνοδο των λαϊκιστικών κινημάτων.
Για τον λόγο αυτό πληθαίνουν οι απόψεις για περαιτέρω ευρωπαϊκή ενοποίηση με άξονα τη Γερμανία, τη Γαλλία και έναν στενό πυρήνα κρατών-μελών και έπειτα μια δεύτερη ταχύτητα για όσα κράτη δεν μπορούν να ακολουθήσουν με τον ίδιο ρυθμό.
