H κατάσταση στη Λιβύη εντείνει διαρκώς τις ανησυχίες της Ιταλίας. Τις τελευταίες ημέρες οι διασώσεις μεταναστών νότια της Σικελίας ήταν αδιάκοπες, αφού μέσα σε σαράντα οκτώ ώρες οι ιταλικές δυνάμεις του Πολεμικού Ναυτικού και της Ακτοφυλακής, με τη βοήθεια της Frontex, έσωσαν πάνω από πέντε χιλιάδες άτομα.
Ο τραγικός αριθμός των νεκρών, αδιευκρίνιστος όπως πάντα, ξεπέρασε τους πενήντα.
Αυτό που ανησυχεί περισσότερο, όμως, την κυβέρνηση του Ματέο Ρέντσι είναι ότι ουδείς μπορεί να προβλέψει τι ακριβώς θα συμβεί στο άμεσο μέλλον.
Πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών της Ρώμης συνεχίζουν να αναφέρουν ότι εκατοντάδες χιλιάδες απελπισμένοι μετανάστες, κυρίως από την υποσαχάρια Αφρική, είναι έτοιμοι να επιβιβαστούν σε κάθε είδους σαπιοκάραβο με προορισμό την Κάτω Ιταλία.
Σε δηλώσεις του ο Ιταλός πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι δεν έχει καμία βάση η πληροφορία σύμφωνα με την οποία η Ρώμη ετοιμάζεται να στείλει πέντε χιλιάδες άνδρες στη Λιβύη και ότι «δεν πρόκειται να αποσταλούν Ιταλοί στρατιώτες, εκτός και αν υπάρξει ένα γενικότερο αίτημα με τη σύμφωνη γνώμη του επικεφαλής της κυβέρνησης εθνικής ενότητας Αλ Σαράι».
Η επίσημη θέση της Ρώμης, δηλαδή, είναι ότι χρειάζεται πρώτα απ’ όλα διπλωματική προσπάθεια με στόχο τη σταθεροποίηση της βορειοαφρικανικής αυτής χώρας, η οποία, ως γνωστόν, είναι πρώην ιταλική αποικία.
Ο κεντροαριστερός πρωθυπουργός και πρώην δήμαρχος της Φλωρεντίας, παράλληλα, εμμένει στη θέση του για την ανάγκη οικονομικής στήριξης της Τρίπολης με την υπογραφή συμφωνίας, ει δυνατόν, η οποία να αναπαραγάγει το μοντέλο του συμβιβασμού Ευρωπαϊκής Ενωσης – Τουρκίας για το μεταναστευτικό.
Ζητούνται κονδύλια

Παραμένει αδιευκρίνιστο, βέβαια, το πώς θα εξασφαλιστούν τα αναγκαία κονδύλια: η Ιταλία θεωρεί ότι θα μπορούσαν να εκδοθούν ειδικά ευρωομόλογα, ενώ η Γερμανία αντιστέκεται και ζητά να βρεθούν τα χρήματα από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.
Εκτός αυτού, η αναπαραγωγή της συμφωνίας με την Αγκυρα θα έθετε και πάλι μια σειρά από προβλήματα, αρχίζοντας από τον σεβασμό των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μεταναστών σε λιβυκό έδαφος.
Αλλά στη φάση αυτή, αν εξαιρέσουμε ορισμένες μεμονωμένες φωνές (της Καθολικής Εκκλησίας, των μη κυβερνητικών οργανώσεων και κάποιων δυνάμεων της Αριστεράς), το συγκεκριμένο πρόβλημα φαίνεται πως έχει υποβαθμιστεί σε λεπτομέρεια και σε απειλή, σχεδόν, κατά των συμφερόντων και της ηρεμίας της Ευρώπης.
Στρατιωτικής επέμβασης αν…
Ο Ρέντσι, παράλληλα, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης «αν και εφόσον εκφραστεί θετικά και το Κοινοβούλιο», αλλά επιχειρεί να αλλάξει την αντιμετώπιση του προσφυγικού και του μεταναστευτικού με την εξής ξεκάθαρη λογική: «Χρηματοδοτήσεις υπέρ της ανάπτυξης, λαμβάνοντας, σε αντάλλαγμα, αποτελεσματικούς ελέγχους στα σύνορα των αφρικανικών χωρών».
Ακόμη και αν αφήσουμε κατά μέρος το ουσιαστικό πρόβλημα των «δημοκρατικών ευαισθησιών» πολλών χωρών της Αφρικής, η όλη αυτή στρατηγική προσκρούει και σε ένα άλλο εμπόδιο ουσιαστικής σημασίας: στο ότι μια Ευρώπη η οποία δεν στάθηκε ικανή να επεξεργαστεί και να εφαρμόσει μια συνολική, μακρόπνοη πολιτική για να μπορέσει να βγει, με αλληλέγγυο τρόπο, από την οικονομική κρίση, είναι σχεδόν αδύνατον να καταφέρει να βρει μια σφαιρική -και δαπανηρή- λύση για να απαντήσει στις αγωνίες και τις ανάγκες των μεταναστών -και σε τελική ανάλυση, και στις ίδιες τις ανάγκες της Γηραιάς (πράγματι) Ηπείρου.
