H πείνα είναι ισχυρότερη από τον ποινικό κώδικα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποφάνθηκε η ιταλική Δικαιοσύνη. Τη σχετική απόφαση έλαβε ο Αρειος Πάγος της Ιταλίας, εκδικάζοντας την υπόθεση Ουκρανού άστεγου, ο οποίος είχε κλέψει από σουπερμάρκετ ένα λουκάνικο και ένα κομμάτι τυρί, αξίας τεσσάρων ευρώ και επτά λεπτών.
Το εφετείο της Γένοβας, αρχικά, είχε καταδικάσει τον Ουκρανό σε έξι μήνες φυλάκιση και στην καταβολή προστίμου εκατό ευρώ. Ο ίδιος, όμως, αποφάσισε να αποταθεί στους ανώτατους δικαστές, ζητώντας τους ουσιαστικά να λάβουν υπόψη την ιδιαιτερότητα της κατάστασής του.
Κι αυτοί με τη σειρά τους αποφάνθηκαν ότι «το όλο γεγονός δεν αποτελεί αδίκημα», διότι «δεν πρέπει να τιμωρείται δικαστικά όποιος αφαιρεί μικρή ποσότητα φαγητού, για να ικανοποιήσει τη βασική ανάγκη της σίτισης».
Η είδηση έκανε τον γύρο του κόσμου. Ο λόγος είναι προφανής: ο ανθρώπινος, άγραφος νόμος αποδείχθηκε αυτή τη φορά πιο δυνατός από εκείνον που συνήθως εφαρμόζεται στα δικαστήρια. Ελήφθη υπόψη ότι η συνολική λογική πρέπει να αλλάζει όταν ο κατηγορούμενος βρίσκεται «σε σοβαρή, αποδεδειγμένη κατάσταση ένδειας».
Ο γενικός εισαγγελέας Αντόνιο Λουτσιζάνο δήλωσε στην εφημερίδα «La Stampa» ότι «η δικαιοσύνη πρέπει να είναι πραγματικά δίκαιη» και ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ζήτησε να αθωωθεί ο κατηγορούμενος. Αφησε δε παράλληλα να εννοηθεί ότι οι φτωχοί πολίτες δεν καταφέρνουν, κάποιες φορές, να εξασφαλίσουν ικανοποιητική υπεράσπιση στις διάφορες δικαστικές τους περιπέτειες.
Η απόφαση αφορά ξένο πολίτη, αλλά θα μπορούσε σίγουρα να εφαρμοστεί και σε πλείστες όσες περιπτώσεις Ιταλών άνεργων και συνταξιούχων, οι οποίοι αναγκάζονται να «κλέψουν» λίγο ψωμί ή κρέας, διότι το εισόδημά τους –όταν υπάρχει– εξαντλείται την τρίτη εβδομάδα κάθε μήνα.
«Στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι ο πολίτης αλλά το κράτος που διαπράττει αδίκημα» δήλωσε ο Κάρλο Ριέντσι, πρόεδρος της ιταλικής ένωσης καταναλωτών Codacons. Θα πρέπει να δούμε τώρα εάν η ετυμηγορία αυτή του Αρείου Πάγου της Ρώμης θα μπορέσει να θεωρηθεί ότι έχει ισχύ δεδικασμένου και για μελλοντικές, παρόμοιες ιστορίες, οι οποίες είναι βέβαιο, δυστυχώς, ότι δεν πρόκειται να λείψουν.
