Με μαζικές κινητοποιήσεις κατά της εργασιακής μεταρρύθμισης που προωθεί η γαλλική κυβέρνηση, οι εργαζόμενοι και οι νέοι συνεχίζουν να εκφράζουν την αποφασιστικότητά τους να αγωνιστούν σθεναρά για την απόσυρση του επίμαχου νομοσχεδίου.
Το τελικό κείμενο νόμου, που αναδιαμορφώθηκε με βελτιώσεις μετά από μαραθώνιες διαβουλεύσεις με τα μεταρρυθμιστικά συνδικάτα και ορισμένους βουλευτές της Αριστεράς, παραπέμφθηκε στο Κοινοβούλιο.
Εξετάζεται από χθες, με φόντο διαδηλώσεις που πραγματοποιούνται σε όλη τη Γαλλία και συνθήματα «κατά του νόμου» ο οποίος οδηγεί σε «κοινωνική οπισθοδρόμηση».
Η μάχη αναμένεται σκληρή στην Εθνοσυνέλευση, με την εξέταση 5.000 τροποποιήσεων που έχουν κατατεθεί από την Αριστερά. Πάνω από 2.400 έχει καταθέσει το Αριστερό Μέτωπο.
Σύμφωνα με εκτίμηση του Κριστόφ Σιρίργκ, σοσιαλιστή εισηγητή του κειμένου προς ψήφιση, «λείπουν 40 ψήφοι» για την υιοθέτηση του νομοσχεδίου.
Oι αντιδράσεις παραμένουν στο εσωτερικό της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Οι περισσότεροι οικολόγοι έχουν τοποθετηθεί κατά του νομοσχεδίου και πολυάριθμοι σοσιαλιστές βουλευτές αμφισβητούν αρκετά σημεία του.
Αν δεν καλυφθούν με διευκρινίσεις ή με τροποποιήσεις, θα μπορούσαν να καταψηφίσουν το νομοσχέδιο ή να ενταχθούν στο στρατόπεδο των βουλευτών που θα επιλέξουν την αποχή.
Η κρίσιμη ψηφοφορία θα γίνει στις 17 Μαΐου.
Η υπουργός Εργασίας, Μιριάμ Eλ Κομρί, ξεκίνησε χθες μαραθώνιες διαβουλεύσεις με μέλη της πλειοψηφίας για να προσπαθήσει να πείσει τους απείθαρχους να ψηφίσουν τον νόμο.
Ζήτησε από τους βουλευτές «εθνική ενότητα» για να επιτευχθεί με «ρεαλιστική αντιμετώπιση» η μείωση της ανεργίας.
Εκανε έκκληση για να ξεπεραστούν οι πολιτικές σκοπιμότητες, η κουλτούρα της «αντιπαράθεσης» ανάμεσα στους συντηρητικούς και τους προοδευτικούς, που υποσκάπτει τον κοινοβουλευτικό διάλογο.
Σύμφωνα με αναλυτές των ΜΜΕ, ο πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς, ο οποίος φαίνεται αποφασισμένος να μην αποσύρει το επίμαχο νομοσχέδιο, θα μπορούσε να επιβάλει την ψήφισή του με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, κάνοντας χρήση του άρθρου 49-3 του γαλλικού Συντάγματος το οποίο επιτρέπει να υιοθετηθεί ένας νόμος χωρίς ψηφοφορία.
Ο Βαλς δήλωσε σχετικά πως «η κατεπείγουσα διαδικασία δεν είναι μια επιλογή που προτιμούμε», αλλά τόνισε ότι «η υιοθέτηση του νόμου θα ολοκληρωθεί».
Η δεξιά αντιπολίτευση και η οργάνωση των εργοδοτών MEDEF είχαν τοποθετηθεί κατά την έναρξη του κοινωνικού διαλόγου υπέρ της εργασιακής μεταρρύθμισης.
Αλλά μετά τις τροποποιήσεις που επιβλήθηκαν στο κείμενο, έκριναν ότι από το νομοσχέδιο λείπουν ουσιαστικά μέτρα και είναι πλέον αναποτελεσματικό.
Ο Γάλλος πρόεδρος υποστηρίζει ότι η εμβληματική μεταρρύθμιση του εργατικού δικαίου είναι αναγκαία.
Παρά τις έντονες αντιδράσεις και την τεράστια κοινωνική αναταραχή που επισκιάζει το τέλος της θητείας του, ο Φρανσουά Ολάντ δεν υπαναχωρεί.
Λίγες ώρες πριν από την έναρξη της εξέτασης του νόμου από τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης, μπήκε στην πρώτη γραμμή του πυρός προκειμένου να επιτύχει την αποφυγή χρήσης του άρθρου 49-3 του Συντάγματος ως μόνης λύσης για την ψήφιση του νόμου αν δεν υπάρχει πλειοψηφία.
Δήλωσε ότι επιθυμία του είναι να βρεθεί «ένας δίκαιος συμβιβασμός» και να επιτευχθεί η κατάληξη σε «ένα προοδευτικό νομοσχέδιο».
Ενώ ξεκινούσε στην Εθνοσυνέλευση η εξέταση του νομοσχεδίου για την εργασία, διαδηλώσεις έγιναν στο Παρίσι και σε άλλες πόλεις.
Συμμετείχαν εκπρόσωποι συνδικάτων, 20 οργανώσεων νεολαίας και του κινήματος «Ορθιοι τη νύχτα». Στόχος τους ήταν να περικυκλώσουν το Κοινοβούλιο για να ασκήσουν πίεση με την παρουσία τους.
Λόγω προηγούμενων βίαιων επεισοδίων και σφοδρών συγκρούσεων διαδηλωτών με τους αστυνομικούς, είχαν ληφθεί αυστηρά μέτρα ασφάλειας.
Η αστυνομική παρουσία ενισχύθηκε στο Παρίσι, στον χώρο της συγκέντρωσης, σε συνδυασμό με εναέρια παρακολούθηση.
Το κεντρικό σύνθημα των διαδηλωτών ήταν «Οχι στον εργασιακό Μεσαίωνα».
Οι «αγανακτισμένοι» της Γαλλίας συνεχίζουν να απαιτούν την απόσυρση του νόμου.
Στόχος της εργασιακής μεταρρύθμισης που η γαλλική κυβέρνηση προωθεί υποστηρίζοντας τη χαλάρωση του εργατικού δικαίου είναι η μείωση της ανεργίας, που ξεπερνάει το 10%.
Τα συνδικάτα θεωρούν ότι ο νόμος ευνοεί τους εργοδότες και καταπατά κεκτημένα δικαιώματα, θέτοντας σε κίνδυνο την εργασιακή σταθερότητα και ασφάλεια.
