Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για τρίτη φορά μέσα σε ακριβώς δύο δεκαετίες η Ευρώπη και ο κόσμος στρέφουν με προφανή αγωνία τα βλέμματά τους προς τη μικρή χώρα των Αλπεων στο κέντρο της Ευρώπης, καθώς για τρίτη φορά μετά το 1986 ανατρέπεται εκ βάθρων το πολιτικό σκηνικό της Αυστρίας, της χώρας που κάποιος Πάπας την είχε αποκαλέσει κάποτε «νησί των μακαρίων» και η οποία τη δεκαετία του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980, επί «χρυσής εποχής» του ιστορικού καγκελάριου Μπρούνο Κράισκι, είχε αποτελέσει πρότυπο για όλη την Ευρώπη.

Αυτή την τρίτη φορά τώρα -στις δύο προηγούμενες θα αναφερθούμε στη συνέχεια- η αγωνία στρέφεται γύρω από το ερώτημα εάν στις 22 του Μαΐου θα αναδειχθεί στο ύπατο αξίωμα της χώρας, σε εκείνο του ομοσπονδιακού προέδρου της, ένα στέλεχος του ακροδεξιού εθνικιστικού Κόμματος των Ελευθέρων της αντιπολίτευσης.

Πρόκειται για τον έως τώρα υπαρχηγό τους, Νόρμπερτ Χόφερ, ο οποίος την προηγούμενη Κυριακή 24 Απριλίου ήταν ο νικητής του πρώτου γύρου των αυστριακών προεδρικών εκλογών με το πρωτοφανές ποσοστό 35,1% και με απειλητικά μεγάλη απόσταση 14 μονάδων από τον δεύτερο, τον υποψήφιο του κόμματος των Πρασίνων και πρώην αρχηγό τους επί πολλά χρόνια, Αλεξάντερ Βαν Ντερ Μπέλεν (21,3%) – θα βρεθούν αντιμέτωποι στον δεύτερο γύρο σε λιγότερο από τέσσερις εβδομάδες.

Αυτό το 35,1% του Νόρμπερτ Χόφερ είναι που οδηγεί σε ξέφρενους πανηγυρισμούς ηγεσία και οπαδούς των Ελευθέρων όπως και την υπόλοιπη Ακροδεξιά στην Ευρώπη, καθώς δεν το διανοούνταν ούτε ο ίδιος ούτε οι ομοϊδεάτες του.

Κι αυτό γιατί είναι σχεδόν το διπλάσιο του αποτελέσματός τους στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές στην Αυστρία τον Σεπτέμβριο του 2013, αλλά και υπερβαίνει κατά σχεδόν δέκα μονάδες το καλύτερο εκλογικό αποτέλεσμά τους σε ομοσπονδιακό επίπεδο, εκείνο το 27% που είχε αποσπάσει στις εκλογές του Οκτωβρίου 1999 ο διαβόητος, τότε αρχηγός τους, Γεργκ Χάιντερ.

Ομως ταυτόχρονα, αυτό το 35,1% είναι που προκαλεί «ανησυχίες μέχρι και φόβο» σε πολλούς, πως για τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών στις 22 Μαΐου η κάλυψη των υπολειπόμενων 15 μονάδων θα είναι πολύ πιο εύκολη από την απόσταση των σχεδόν 30 μονάδων που χωρίζουν τον Αλεξάντερ Βαν Ντερ Μπέλεν από μία επικράτησή του.

Για πολλούς παρατηρητές, η δεύτερη αυτή αναμέτρηση ανάμεσα στους δύο επικρατέστερους του πρώτου γύρου της περασμένης Κυριακής θα είναι ουσιαστικά ένας «αγώνας καλού εναντίον κακού», με μια πρωτοφανή σε σκληρότητα προεκλογική εκστρατεία για την προσέλκυση των ψηφοφόρων που είχαν επιλέξει κάποιον άλλο από τους συνολικά έξι υποψηφίους αλλά και εκείνων που σε ποσοστό πάνω από 30% απείχαν από τον πρώτο γύρο.

Ο Νόρμπερτ Χόφερ εκπροσωπεί τη γνωστή πολιτική του κόμματος του: από ξενοφοβική, προηγουμένως αντισημιτική και τώρα ισλαμοφοβική, ακραία πολιτική απέναντι στους πρόσφυγες και τους «λαθρομετανάστες» (σύμφωνα με τη φρασεολογία του), με ύψωση τειχών και δημιουργία μιας Ευρώπης-φρούριο, μέχρι αρνητική για την ύπαρξη αυστριακού έθνους και υπέρ της προάσπισης ενός γερμανο-εθνικισμού.

Από την άλλη, ο Βαν Ντερ Μπέλεν συνεχίζει, και ως υποψήφιος πρόεδρος, να παραμένει πιστός και να διακηρύττει τις αρχές του για ελευθερία, ανθρώπινα δικαιώματα, κοινωνική δικαιοσύνη και προστασία των προσφύγων. Οπότε για πολλούς η αναμενόμενη -πρωτοφανής σε ένταση- αναμέτρηση να φαντάζει ως «Ακροδεξιά εναντίον Αριστεράς».

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι το πού θα τοποθετηθούν σ’ αυτό το πλαίσιο τόσο οι άλλοι τέσσερις υποψήφιοι του πρώτου γύρου όσο και τα κόμματα ή οι προσωπικότητες που τους στήριζαν, καθώς προς το παρόν δεν έχουν δώσει «γραμμή» στους ψηφοφόρους τους ποιον να ψηφίσουν στον δεύτερο γύρο, αν εξαιρέσει κανείς τον καγκελάριο και αρχηγό των Σοσιαλδημοκρατών Βέρνερ Φάιμαν και τον υπαρχηγό τους και ισχυρότερο πολιτικό τους άνδρα, τον δήμαρχο και τοπικό κυβερνήτη της Βιέννης Μίχαελ Χόιπλ.

Με τα σημερινά δεδομένα, ο Χόφερ φαίνεται να αποσπά τη μεγαλύτερη μερίδα από τους ψηφοφόρους της τρίτης του πρώτου γύρου, της ανεξάρτητης Ιρμγκαρντ Γκρις, πρώην προέδρου του αυστριακού Ανωτάτου Δικαστηρίου (18,9%), του υποψήφιου του συγκυβερνώντος με τους Σοσιαλδημοκράτες συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος, Αντρέας Κολ (11,1%), καθώς και του ανεξάρτητου εκκεντρικού μεγαλοεργολάβου Ρίχαρντ Λούγκνερ (2,3%).

Για τον Βαν Ντερ Μπέλεν φαίνεται να απομένει η μεγαλύτερη μερίδα των ψηφοφόρων του υποψήφιου των Σοσιαλδημοκρατών, Ρούντολφ Χούντστορφερ (11,3%), που όμως είναι αμφίβολο εάν με κάποιο ποσοστό από την Ιρμγκαρντ Γκρις ή του Αντρέα Κολ θα μπορούσε να καλύψει την απόσταση των 14 μονάδων που τον χωρίζουν από τον Χόφερ, όπως επίσης και την απόσταση μέχρι το ποθητό 50% συν μία ψήφο που θα του εξασφάλιζαν τη νίκη.

Τα αίτια της τραγωδίας

Τα αίτια της επικράτησης του υποψήφιου των Ελευθέρων βρίσκονται για τους αναλυτές στη -φερόμενη ως πρωτοφανή- δυσαρέσκεια των πολιτών από την κυβέρνηση συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών και Λαϊκού Κόμματος και από τα ίδια αυτά τα -πρώην μεγάλα- κόμματα του αποκαλούμενου «κατεστημένου», που οι ημέρες και τα έργα τους επικρίνονται για καθυστέρηση, αναποφασιστικότητα, κωλυσιεργία, ενδοκυβερνητική ασυνεννοησία, αλλά και τελευταία για υιοθέτηση της ρητορικής και της εφαρμογής της ακραίας πολιτικής των Ελευθέρων, όπως, για παράδειγμα, στο προσφυγικό.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που επανειλημμένα έχουν προειδοποιήσει τα δύο κυβερνητικά κόμματα -και προπάντων το Σοσιαλδημοκρατικό, του οποίου ο αρχηγός και καγκελάριος έχει κάνει στροφή 180 μοιρών στην αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης σκληραίνοντας τη στάση του- πως οι ψηφοφόροι τελικά θα προτιμήσουν στην κάλπη να ψηφίσουν το «αυθεντικό» (Ελευθέρους) και όχι την «απομίμηση» (Σοσιαλδημοκράτες).

Τα δύο αυτά κόμματα κυριαρχούν μεταπολεμικά στην πολιτική ζωής της Αυστρίας, διαδεχόμενα το ένα το άλλο ή μοιραζόμενα την κυβερνητική εξουσία, με εξαίρεση την περίοδο 2000-2007, όταν κυβερνούσε ο δεξιός-ακροδεξιός συνασπισμός του Λαϊκού Κόμματος με τους Ελευθέρους – η πλέον αμφιλεγόμενη κυβέρνηση στη μεταπολεμική Αυστρία.

Τότε ήταν η δεύτερη φορά που η Ευρώπη και όλος ο κόσμος είχαν στραμμένα εναγωνίως τα βλέμματά τους προς τη μικρή χώρα των Αλπεων, όπως αναφέρεται εισαγωγικά.

Η πρώτη φορά ήταν πριν από ακριβώς τριάντα χρόνια, όταν στις προεδρικές εκλογές του 1986 είχε αναδειχθεί νικητής και ανέλαβε ομοσπονδιακός πρόεδρος της χώρας ο αμφιλεγόμενος για το πιθανολογούμενο πρώην ναζιστικό παρελθόν του, πρώην γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, Κουρτ Γιόζεφ Βάλντχαϊμ, γεγονός που είχε προκαλέσει διεθνή κατακραυγή, με την πλειονότητα της Διεθνούς Κοινότητας να του επιβάλει πολιτική και διπλωματική απομόνωση σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της εξάχρονης θητείας του.