Σάλο έχει προκαλέσει στη Βρετανία μία υπόθεση για έναν άνδρα από το Μάντσεστερ, ο οποίος δημιούργησε προφίλ στην εφαρμογή γνωριμιών Tinder με το όνομα της πρώην συντρόφου του, και συνομίλησε με αρκετούς άνδρες υποδυόμενός την, και λέγοντάς τους «εκ μέρους της», πως «θέλει να βιώσει την εμπειρία του βιασμού».
Όπως μετέδωσε το BBC, ο Άσαντ Χουσεΐν παρότρυνε τους άνδρες να εισβάλουν στο σπίτι της και να τη βιάσουν. Τουλάχιστον 18 άνδρες εμφανίστηκαν στο σπίτι της γυναίκας «για να πραγματοποιήσουν τη φαντασίωσή της».
Ο 36χρονος δημιούργησε το «προφίλ της» στο Tinder τον Ιούλιο του 2024, ένα μήνα μετά το τέλος της σχέσης τους. Η αστυνομία του Cheshire περιέγραψε την συγκεκριμένη υπόθεση ως «μία από τις πιο ανησυχητικές» υποθέσεις που είχε διερευνήσει ποτέ. Εντέλει, ο Χουσεΐν κρίθηκε ένοχος για παρενόχληση μετά από δίκη που διήρκησε 9 ημέρες.
Το οργανωμένο σχέδιό του
Σύμφωνα με τα όσα ακούστηκαν στο δικαστήριο, ο Χουσεΐν είχε συστηθεί στη γυναίκα ως «Μικ Ρένι» κατά τη γνωριμία τους τον Απρίλιο του 2024. Όσο η σχέση τους προχωρούσε, εκείνος γινόταν όλο και πιο κτητικός απέναντι της, και ήθελε να την ελέγχει όλο και περισσότερο. Είχε φτάσει στο σημείο να βρίσκεται έξω από το σπίτι της και να χτυπάει το κουδούνι της επί δύο ώρες συνεχόμενα, επειδή διαφωνούσε με το ότι την είχε επισκεφθεί ένας άνδρας φίλος της. Τελικά αποχώρησε από το σημείο, μόνο όταν κατέφθασε η αστυνομία.
Η σχέση τους έληξε ένα μήνα μετά, όταν ο Χουσεΐν έψαξε το τηλέφωνο της γυναίκας και απαίτησε να μάθει ποια πρόσωπα ήταν μαζί της στις εξόδους της. Μετά από τον χωρισμό τους, ο ίδιος πήρε τηλέφωνο την κόρη της και τους φίλους της και ισχυριζόταν πως εκείνη τον είχε απατήσει. Συνέχιζε να ζητά να τα ξαναβρούν, η γυναίκα όμως ήταν ανένδοτη και όλες οι προσπάθειές του έπεσαν στο κενό. Ο αστυνομικός Keith Terrill της αστυνομίας του Cheshire δήλωσε ότι αυτό που ακολούθησε μετά τον χωρισμό της, ήταν ένα σχέδιό του, να κάνει τη γυναίκα να βιώσει τον απόλυτο τρόμο.
Φρικιαστικά αποτελέσματα και ξαφνικές επισκέψεις ανδρών
Αφού το εφήρμοσε, άνδρες άρχισαν να καταφθάνουν στο σπίτι της τον Ιούλιο του 2024 και να δηλώνουν ότι είχαν προσκληθεί από εκείνη μέσω της εφαρμογής γνωριμιών.
Σύμφωνα με την αστυνομία, σε ένα μόλις βράδυ, τέσσερις άνδρες εμφανίστηκαν στο σπίτι της και ανέφεραν ότι είχαν λάβει, σχεδόν πανομοιότυπα μηνύματα. Τα μηνύματα από τον ψεύτικο λογαριασμό έλεγαν ότι «ήθελε να την κακοποιήσουν» και ότι «αν έλεγε “όχι” αυτό θα σήμαινε ότι το ήθελε περισσότερο». Ένας άντρας έσπασε ένα γυάλινο πάνελ στο σπίτι της χτυπώντας την μπροστινή πόρτα και στην συνέχεια της έδειξε μηνύματα, στα οποία η ίδια φαινόταν να του είχε πει να σπρώξει την πόρτα. Σε μια άλλη περίπτωση, ένας άντρας μπήκε στο σπίτι της όσο εκείνη έλειπε, και η έφηβη κόρη της ήταν μόνη της στον επάνω όροφο.
Αρκετοί από τους άνδρες έδωσαν τα στοιχεία τους στην αστυνομία για να την βοηθήσουν να εντοπίσει τον ψεύτικο λογαριασμό. Η γυναίκα, τους είπε ότι ο πρώην της ονομαζόταν Μικ Ρένι, οι αστυνομικοί όμως δεν μπόρεσαν να βρουν το ψεύτικο όνομα στα συστήματά τους. Κατάφεραν εντέλει να προχωρήσουν στον εντοπισμό του Χουσεΐν, αφού συνέδεσε το ψεύτικο όνομά του με ένα αυτοκίνητο, που ήταν καταχωρισμένο στην ατομική του επιχείρηση. Οι αστυνομικοί ανακάλυψαν ότι είχε αλλάξει την άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου του, και ότι χρησιμοποιούσε ξεχωριστά κινητά τηλέφωνα για να έχει την ευχέρεια να διατηρεί τον ψεύτικο λογαριασμό, αλλά και την ψεύτική περσόνα του Μικ Ρένι την οποία είχε «χτίσει».
Όταν συνελήφθη αρνήθηκε τα πάντα – ακόμη και ότι γνώριζε το θύμα.
Η αστυνομία του Τσέσαϊρ δήλωσε ότι διασταύρωσε την παρουσία του πίσω από τον λογαριασμό, αφού εντοπίστηκε να οδηγεί το αμάξι προς σημείο στάθμευσης, δύο μίλια μακριά από το σπίτι του θύματος, κάθε φορά που οι ψεύτικοι λογαριασμοί ήταν ενεργοί.
Προσπάθησε να σβήσει κάθε ίχνος
Ο αστυνομικός Terrill είπε ότι ο Hussain ήταν ένα «εξαιρετικά δόλιο άτομο», του οποίου η μόνη πρόθεση ήταν να βλάψει το θύμα του.
«Σε καμία περίπτωση ο Χουσεΐν δεν αποδέχθηκε την υπαιτιότητα για τις πράξεις, ούτε αναγνώρισε την απόλυτη φρίκη την οποία παραλίγο να προκαλέσει», είπε.
«Κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να εμποδίσει το θύμα να ανακαλύψει την πραγματική του ταυτότητα, και να εμποδίσει την έρευνα και τη σύλληψή του. Προφανώς πίστευε ότι μπορούσε να εξαπατήσει την αστυνομία, και ότι δεν θα μπορούσαμε να αποδείξουμε, τα κατασκευασμένα του στοιχεία. Έκανε μεγάλο λάθος και στα δύο» είπε.
