Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Ισλανδία εξετάζει το ενδεχόμενο διεξαγωγής δημοψηφίσματος για την επανεκκίνηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε. ήδη από τον Αύγουστο, μεταδίδει αποκλειστικά το Politico επικαλούμενο πηγές του με γνώση του θέματος. 

Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο που η δυναμική για τη διεύρυνση της Ε.Ε. φαίνεται να ενισχύεται, με τις Βρυξέλλες να εργάζονται πάνω σε σχέδιο που θα μπορούσε να δώσει στην Ουκρανία μερική ένταξη ήδη από το επόμενο έτος, ενώ το Μαυροβούνιο, που προηγείται στη διαδικασία, έκλεισε ακόμη ένα διαπραγματευτικό κεφάλαιο τον περασμένο μήνα.

Ο κυβερνητικός συνασπισμός του Ρέυκιαβικ είχε υποσχεθεί τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων έως το 2027, μετά το «πάγωμα» των συνομιλιών από την προηγούμενη κυβέρνηση το 2013.

Ωστόσο, το χρονοδιάγραμμα επιταχύνεται εν μέσω γεωπολιτικών αναταράξεων και μετά την απόφαση της Ουάσιγκτον να επιβάλει δασμούς στην Ισλανδία, καθώς και τις απειλές του Τραμπ για προσάρτηση της Γριλανδίας.

Το ισλανδικό κοινοβούλιο αναμένεται να ανακοινώσει την ημερομηνία της ψηφοφορίας τις επόμενες εβδομάδες, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές.

Η κίνηση ακολουθεί σειρά επισκέψεων Ευρωπαίων πολιτικών στην Ισλανδία και Ισλανδών πολιτικών στις Βρυξέλλες. Αν οι Ισλανδοί ψηφίσουν υπέρ, θα μπορούσαν να ενταχθούν στην Ε.Ε. πριν από οποιαδήποτε άλλη υποψήφια χώρα, ανέφερε μια από τις πηγές.

«Η συζήτηση για τη διεύρυνση αλλάζει», δήλωσε η Επίτροπος Διεύρυνσης της ΕΕ Μάρτα Κος, η οποία συναντήθηκε τον περασμένο μήνα στις Βρυξέλλες με την υπουργό Εξωτερικών της Ισλανδίας Πόργκερουρ Κάτριν Γκούναρσντοτιρ. «Αφορά όλο και περισσότερο την ασφάλεια, την αίσθηση του ανήκειν και τη διατήρηση της ικανότητάς μας να δρούμε σε έναν κόσμο ανταγωνιστικών σφαιρών επιρροής. Αυτό αφορά όλους τους Ευρωπαίους.».

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν συναντήθηκε επίσης με την πρωθυπουργό της Ισλανδίας Κριστρούν Φροσταντότιρ στις Βρυξέλλες τον περασμένο μήνα και δήλωσε ότι η συνεργασία τους «προσφέρει σταθερότητα και προβλεψιμότητα σε έναν ασταθή κόσμο».

Η συζήτηση για εμβάθυνση των σχέσεων με την Ισλανδία και πιθανή επανέναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων είχε ξεκινήσει ακόμη και πριν από την επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία πέρυσι, με αξιωματούχο της Ε.Ε. να αναφέρει ότι οι Βρυξέλλες έδιναν ήδη μεγαλύτερη προσοχή στη στρατηγικά σημαντική αυτή χώρα.

Ωστόσο, οι κλιμακούμενες απειλές από τις ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων και ένα «αστείο» του υποψήφιου πρέσβη των ΗΠΑ στην Ισλανδία Μπίλι Λονγκ ότι η χώρα θα γινόταν η 52η πολιτεία των ΗΠΑ και ότι ο ίδιος θα ήταν κυβερνήτης, έχουν ενισχύσει το αίσθημα του επείγοντος.

Η Ισλανδία υπέβαλε αίτηση ένταξης στην ΕΕ το 2009, στο αποκορύφωμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης, όταν κατέρρευσαν και οι τρεις μεγάλες εμπορικές της τράπεζες. Όμως, η κυβέρνηση «πάγωσε» τις διαπραγματεύσεις τον Δεκέμβριο του 2013, καθώς η οικονομία ανέκαμπτε ταχέως και υπήρχαν προειδοποιήσεις για πιθανή κατάρρευση της ευρωζώνης. Τον Μάρτιο του 2015, το Ρέυκιαβικ ζήτησε να μη θεωρείται πλέον υποψήφια χώρα.

Έκτοτε, όμως, το γεωπολιτικό περιβάλλον έχει αλλάξει σημαντικά. Η Ισλανδία κατέχει στρατηγική θέση στον Βόρειο Ατλαντικό, νότια του Αρκτικού Κύκλου, δεν διαθέτει στρατό και βασίζεται στη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και σε διμερή αμυντική συμφωνία του 1951 με τις ΗΠΑ για την ασφάλειά της.

Αυτό, σε συνδυασμό με τα οικονομικά οφέλη της ένταξης, φαίνεται να ενισχύει τη θετική στάση της κοινής γνώμης, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν αυξανόμενη υποστήριξη.

Ωστόσο, η πορεία προς την ένταξη δεν είναι απλή. Ο πρώην πρόεδρος της Ισλανδίας Γκούντνι Θορλάσιους Γιοχάνεσον δήλωσε ότι η διαδικασία ενδέχεται να συναντήσει πολιτικά εμπόδια.

Το μεγαλύτερο πιθανό αγκάθι αφορά τα αλιευτικά δικαιώματα, έναν βασικό κλάδο της ισλανδικής οικονομίας και κεντρικό ζήτημα και στις προηγούμενες διαπραγματεύσεις. «Στο τέλος όλα καταλήγουν στα ψάρια — αυτό ήταν πάντα το θέμα», ανέφερε Ευρωπαίος αξιωματούχος.

Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά σε σχέση με το παρελθόν: το Brexit. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ισλανδία είχαν μακροχρόνιες εντάσεις για τα αλιευτικά δικαιώματα, με συγκρούσεις που έμειναν γνωστές ως «Πόλεμοι του Μπακαλιάρου» μεταξύ των δεκαετιών του 1950 και 1970. Κατά τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις υπήρξαν σοβαρές εντάσεις, με το Λονδίνο να διαμαρτύρεται για τις ποσότητες σκουμπριού που αλίευαν ισλανδικά σκάφη, σε μια διαμάχη που ονομάστηκε «Πόλεμος του Σκουμπριού» και οδήγησε την ΕΕ να απειλήσει με εμπορικές κυρώσεις.

Με το Ηνωμένο Βασίλειο εκτός ΕΕ, τα αλιευτικά δικαιώματα ενδέχεται να αποτελούν μικρότερο εμπόδιο.

Εάν οι Ισλανδοί αποφασίσουν να εκκινήσουν τις διαπραγματεύσεις, αυτές θα μπορούσαν να προχωρήσουν γρήγορα. Η Ισλανδία είναι μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και της ζώνης Σένγκεν, και έχει ήδη ενσωματώσει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

Πριν από το «πάγωμα» το 2013, είχε κλείσει 11 από τα 33 διαπραγματευτικά κεφάλαια. Το Μαυροβούνιο — η πιο προχωρημένη υποψήφια χώρα — ξεπέρασε αυτό το ορόσημο μόλις τους τελευταίους μήνες.

«Στα χαρτιά, δεν θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο· θα μπορούσε να διαρκέσει ακόμη και έναν χρόνο» για να κλείσουν όλα τα κεφάλαια, ανέφερε Ευρωπαίος αξιωματούχος, αν και άλλες πηγές προειδοποιούν ότι ένα τέτοιο χρονοδιάγραμμα θα ήταν υπερβολικά φιλόδοξο.

Για να ενταχθεί τελικά στην ΕΕ, η Ισλανδία θα πρέπει επίσης να διεξαγάγει νέο δημοψήφισμα μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων.

Ανάλογα με τη διάρκεια της διαδικασίας και το γεωπολιτικό περιβάλλον εκείνης της περιόδου, αυτό ενδέχεται να αποτελέσει υψηλό εμπόδιο, καθώς τα οφέλη της ένταξης για την Ισλανδία σχετίζονται περισσότερο με την ασφάλεια και λιγότερο με οικονομικά κίνητρα. Η χώρα διαθέτει το πέμπτο υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ στον κόσμο, γεγονός που καθιστά την ένταξη λιγότερο ελκυστική σε σχέση με άλλες χώρες που επιδιώκουν να ενταχθούν στην ΕΕ.