Οργή και σφοδρές επικρίσεις ακολούθησαν τη νέα επίθεση κατά της ελευθεροτυπίας στην Τουρκία, όπου περισσότεροι από 1.000 πολίτες συγκεντρώθηκαν έξω από τα γραφεία της αντιπολιτευτικής εφημερίδας «Cumhuriyet» για να διαμαρτυρηθούν για τη σύλληψη δύο δημοσιογράφων της.
Αφορμή της νέας δίωξης στάθηκε βίντεο που δημοσιοποίησαν στην ιστοσελίδα της εφημερίδας τον περασμένο Μάιο, και φέρει τις διαβόητες τουρκικές μυστικές υπηρεσίες (ΜΙΤ) να περνούν λαθραία όπλα στη Συρία τον Ιανουάριο του 2014.
Ο διευθυντής της εφημερίδας, Τζαν Ντουντάρ, και ο υπεύθυνος του γραφείου της Αγκυρας, Ερντέμ Γκιουλ, προφυλακίστηκαν κατηγορούμενοι για κατασκοπία, αποκάλυψη κρατικών μυστικών και συμμετοχή σε «ένοπλη τρομοκρατική οργάνωση», όπως αποκαλούν οι διωκτικές αρχές το κίνημα του αυτοεξόριστου στις ΗΠΑ ιεροκήρυκα Φετουλάχ Γκιουλέν, «υπ’ αριθμόν ένα εχθρό του λαού», σύμφωνα με τον πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν.
Μιλώντας για μαύρη ημέρα για τη δημοκρατία και την ελευθεροτυπία, ο ηγέτης της κεμαλικής αξιωματικής αντιπολίτευσης (CHP) Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου έγραψε σε μήνυμά του: «Αν συλλαμβάνονται όχι αυτοί που διαπράττουν εγκλήματα, αλλά εκείνοι που αναφέρουν το έγκλημα, τότε κανείς δεν θα πρέπει να λέει ότι “ο Τύπος είναι ελεύθερος και η δικαιοσύνη αμερόληπτη στην Τουρκία”».
Από την πλευρά του το αριστερό HDP με ανακοίνωσή του επιτέθηκε στην κυβέρνηση τονίζοντας:
«Αυτοί που ηθικά και υλικά στηρίζουν οργανώσεις σαν την αλ-Νούσρα, το ISIS και την Αχράρ αλ-Σαμ, που προήλθαν από την Αλ Κάιντα, και που τους προσφέρουν υπηρεσίες επιμελητείας, εφόδια, όπλα και χρηματική βοήθεια, τώρα προσπαθούν να απαγορεύσουν να μιλάμε για αυτά τα θέματα».
Εντονη ήταν η αντίδραση της αμερικανικής πρεσβείας στην Αγκυρα που κάλεσε την τουρκική Δικαιοσύνη «να σεβαστεί την αρχή των ελευθεροτυπίας στο πλαίσιο του Συντάγματος».
Πιο «μετριοπαθής» ήταν η Ε.Ε. που, προσβλέποντας στην Τουρκία για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης, αρκέστηκε να μιλήσει για «ανησυχητικές» συλλήψεις.
