Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Ουάσιγκτον απείλησε με στρατιωτική εισβολή τη Γροιλανδία, για να το πάρει πίσω λίγο αργότερα, λέγοντας πως επιθυμεί να την «αγοράσει». Όλα δείχνουν όμως πως η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επιθυμεί να ανοίξει ένα νέο μέτωπο, μετά την τρομοκρατική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, ακόμα κι αν οι περισσότεροι Γροιλανδοί δεν θέλουν να γίνουν μέρος των Αμερικανών.

Η επέμβαση στην πρωτεύουσα της Γροιλανδίας, το Νουούκ και η κατάληψή της (όπως και στο Καράκας) μοιάζει σενάριο φαντασίας, εξηγεί το Politico. Ωστόσο, υπάρχει ένας σαφής δρόμος, που ο Τραμπ φαίνεται να ακολουθεί βήμα-βήμα.

Το Politico μίλησε με εννέα αξιωματούχους της ΕΕ, στελέχη του ΝΑΤΟ, ειδικούς σε θέματα άμυνας και διπλωμάτες για να εξετάσει πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί μια κατάληψη του πλούσιου σε ορυκτά και στρατηγικά σημαντικού νησιού της Αρκτικής από τις ΗΠΑ.

«Θα μπορούσε να γίνει με πέντε ελικόπτερα… Δεν θα χρειάζονταν πολλά στρατεύματα», είπε ένας Δανός πολιτικός που ζήτησε να μην κατονομαστεί. «Δεν θα υπήρχε τίποτα που θα μπορούσαν να κάνουν [σσ. οι Γροιλανδοί]».

Βήμα 1: Εκστρατεία επιρροής για την ενίσχυση του κινήματος ανεξαρτησίας της Γροιλανδίας

Σχεδόν αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας, η κυβέρνηση Τραμπ άρχισε να προωθεί την ιδέα της ανεξαρτησίας της Γροιλανδίας, ενός ημιαυτόνομου εδάφους του Βασιλείου της Δανίας. Μια ελεύθερη Γροιλανδία θα μπορούσε να συνάπτει συμφωνίες με τις ΗΠΑ, ενώ υπό το ισχύον status quo χρειάζεται η έγκριση της Κοπεγχάγης.

Για να αποκτήσουν ανεξαρτησία, οι Γροιλανδοί θα έπρεπε να ψηφίσουν σε δημοψήφισμα και στη συνέχεια να διαπραγματευτούν μια συμφωνία που πρέπει να εγκρίνουν τόσο το Νουούκ όσο και η Κοπεγχάγη. Σε δημοσκόπηση του 2025, το 56% των Γροιλανδών δήλωσαν ότι θα ψήφιζαν υπέρ της ανεξαρτησίας, ενώ το 28% τάχθηκε κατά.

Αμερικανοί με δεσμούς με τον Τραμπ έχουν πραγματοποιήσει μυστικές επιχειρήσεις επιρροής στη Γροιλανδία, σύμφωνα με δημοσιεύματα των δανικών μέσων ενημέρωσης, με την υπηρεσία ασφαλείας και πληροφοριών της Δανίας (PET) να προειδοποιεί ότι η περιοχή «αποτελεί στόχο εκστρατειών επιρροής».

Ο Φέλιξ Κάρτε, ειδικός σε θέματα ψηφιακής πολιτικής που έχει συμβουλεύσει θεσμούς και κυβερνήσεις της ΕΕ, επεσήμανε τις τακτικές της Μόσχας με στόχο την επιρροή στις πολιτικές εξελίξεις σε χώρες στο εσωτερικών χωρών, όπως η Μολδαβία, η Ρουμανία και η Ουκρανία.

«Η Ρωσία συνδυάζει offline και online τακτικές», τόνισε. «Στο πεδίο συνεργάζεται με ευθυγραμμισμένους παράγοντες, όπως εξτρεμιστικά κόμματα, δίκτυα διασποράς ή φιλορώσους ολιγάρχες, και έχει αναφερθεί ότι πληρώνει ανθρώπους για να παρακολουθούν αντιευρωπαϊκές ή αντιαμερικανικές διαδηλώσεις», σημείωσε.

«Ταυτόχρονα, δημιουργεί μεγάλα δίκτυα ψεύτικων λογαριασμών και ψευδο-μέσα ενημέρωσης για να ενισχύει αυτές τις δραστηριότητες στο διαδίκτυο και να προωθεί επιλεγμένους υποψηφίους ή θέσεις. Ο στόχος συχνά δεν είναι να πείσει τους ψηφοφόρους ότι η φιλορωσική επιλογή είναι καλύτερη, αλλά να την κάνει να φαίνεται μεγαλύτερη, πιο δυνατή και πιο δημοφιλής απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα, δημιουργώντας την αίσθηση του αναπόφευκτου», πρόσθεσε.

Στη Γροιλανδία, οι ΗΠΑ φαίνεται να εφαρμόζουν τουλάχιστον κάποιες από αυτές τις μεθόδους.

Ο Στίβεν Μίλερ, αναπληρωτής προσωπάρχης του Τραμπ, δήλωσε στο CNN τη Δευτέρα ότι «κανείς δεν πρόκειται να πολεμήσει στρατιωτικά τις ΗΠΑ για το μέλλον της Γροιλανδίας».

Τον περασμένο μήνα, ο Τραμπ δημιούργησε τη θέση του ειδικού απεσταλμένου για τη Γροιλανδία και διόρισε σε αυτήν τον κυβερνήτη της Λουιζιάνα, Τζεφ Λάντρι. Δήλωσε ότι στόχος του ήταν «να κάνει τη Γροιλανδία μέρος των ΗΠΑ».

Παράλληλα, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς, σε επίσκεψή του στην περιοχή τον Μάρτιο, δήλωσε ότι «ο λαός της Γροιλανδίας θα έχει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης».

Πρόσθεσε πως «Ελπίζουμε ότι θα επιλέξουν να συνεργαστούν με τις Ηνωμένες Πολιτείες, επειδή είμαστε το μόνο έθνος στη Γη που θα σεβαστεί την κυριαρχία τους και την ασφάλειά τους».

Βήμα 2: Προσφορά ενός δελεαστικού πακέτου

Υποθέτοντας ότι οι προσπάθειες επιτάχυνσης του δημοψηφίσματος ανεξαρτησίας αποδώσουν, με τους κατοίκους να ψηφίζουν εντέλει υπέρ της αποχώρησης από τη Δανία, το επόμενο βήμα θα ήταν να τεθεί η Γροιλανδία υπό αμερικανική επιρροή.

Μια προφανής μέθοδος θα ήταν να ενσωματωθεί η Γροιλανδία στις ΗΠΑ ως ακόμη μία πολιτεία – μια ιδέα με την οποία έχουν επανειλημμένα ασχοληθεί άτομα κοντά στον πρόεδρο. Η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρέντερικσεν, αναγκάστηκε τη Δευτέρα να δηλώσει ότι «οι ΗΠΑ δεν έχουν δικαίωμα να προσαρτήσουν» τη Γροιλανδία, αφού η Κέιτι Μίλερ – η σύζυγος του Στίβεν Μίλερ – δημοσίευσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έναν χάρτη της περιοχής καλυμμένο με την αμερικανική σημαία και τη λέξη «ΣΥΝΤΟΜΑ».

Μια άμεση αντικατάσταση της Δανίας με τις ΗΠΑ φαίνεται σε μεγάλο βαθμό μη αποδεκτή για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Η προαναφερθείσα δημοσκόπηση έδειξε επίσης ότι το 85% των Γροιλανδών αντιτίθενται στην ένταξη της περιοχής στις ΗΠΑ, ενώ ακόμη και τα φιλικά προς τον Τραμπ μέλη του κινήματος ανεξαρτησίας δεν είναι ενθουσιασμένα με την ιδέα.

Υπάρχουν όμως και άλλες επιλογές.

Από τον περασμένο Μάιο κυκλοφορούν αναφορές ότι η κυβέρνηση Τραμπ θέλει η Γροιλανδία να υπογράψει μια Συμφωνία Ελεύθερης Σύνδεσης (COFA), όπως αυτή που έχουν σήμερα οι ΗΠΑ με τη Μικρονησία, τα Νησιά Μάρσαλ και το Παλάου. Σύμφωνα με αυτές τις συμφωνίες, οι ΗΠΑ παρέχουν βασικές υπηρεσίες, προστασία και ελεύθερο εμπόριο με αντάλλαγμα την απεριόριστη στρατιωτική δραστηριότητα στα εδάφη αυτών των χωρών. Η ιδέα επανεμφανίστηκε αυτή την εβδομάδα.

Ο Κούνο Φένκερ, βουλευτής της αντιπολίτευσης της Γροιλανδίας που τάσσεται υπέρ της ανεξαρτησίας και ο οποίος παρευρέθηκε στην ορκωμοσία Τραμπ πέρυσι, δήλωσε ότι προσπαθεί να «εξηγήσει στους Αμερικανούς ότι δεν θέλουμε να γίνουμε σαν το Πουέρτο Ρίκο ή οποιαδήποτε άλλη περιοχή των Ηνωμένων Πολιτειών. Αλλά μια Συμφωνία Ελεύθερης Σύνδεσης, διμερείς συμφωνίες ή ακόμη και άλλες ευκαιρίες και μέσα που ίσως δεν μπορώ να φανταστώ — ας έρθουν στο τραπέζι και οι Γροιλανδοί θα αποφασίσουν σε δημοψήφισμα».

Σε σύγκριση με τη συμφωνία του Νούουκ με την Κοπεγχάγη, τα πράγματα «μπορούν μόνο να βελτιωθούν», είχε πει.

Αναφερόμενος στον ισχυρισμό του Τραμπ ότι οι ΗΠΑ «χρειάζονται» τη Γροιλανδία, ο Φένκερ πρόσθεσε: «Η Δανία δεν είπε ποτέ ότι “χρειάζονται” τη Γροιλανδία. Η Δανία είπε ότι η Γροιλανδία είναι ένα έξοδο και ότι θα μας άφηνε αν γινόμασταν ανεξάρτητοι. νομίζω ότι πρόκειται για πολύ πιο θετικό σχόλιο απ’ ό,τι έχουμε δει ποτέ από τη Δανία».

Ωστόσο, ο Τόμας Κρόσμπι, αναπληρωτής καθηγητής στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Βασιλικό Κολλέγιο Άμυνας της Δανίας, προειδοποίησε ότι η Γροιλανδία είναι απίθανο να βγει κερδισμένη από μια διαπραγμάτευση με τον Τραμπ.

«Το βασικό γνώρισα του Τραμπ ως “διαπραγματευτής” είναι ότι επιβάλλει τη θέλησή του στους ανθρώπους με τους οποίους διαπραγματεύεται και έχει μακρύ ιστορικό προδοσίας όσων έχει συνάψει συμφωνίες μαζί του, μη τήρησης δεσμεύσεων – τόσο στην ιδιωτική όσο και στη δημόσια ζωή – και εκμετάλλευσης των γύρω του… Πραγματικά δεν βλέπω κανένα όφελος για τον λαό της Γροιλανδίας, πέρα από μια πολύ προσωρινή τόνωση της αυτοεκτίμησής του».

Και, πρόσθεσε, «θα ήταν τρελό να συμφωνήσουμε σε κάτι με την ελπίδα ότι μπορεί να επιτευχθεί μια συμφωνία αργότερα. Δηλαδή, αν παραδώσουμε την επικράτειά μας με την ελπίδα ότι μπορεί να επιτύχουμε μια συμφωνία αργότερα – αυτό θα ήταν εξαιρετικά απερίσκεπτο».

Βήμα 3: Η Ευρώπη να βάλει πλάτη

Η Ευρώπη, ιδιαίτερα οι σύμμαχοι της Δανίας στην ΕΕ, θα αντιδρούσαν έντονα σε κάθε προσπάθεια αποκοπής της Γροιλανδίας από την Κοπεγχάγη. Όμως η αμερικανική κυβέρνηση διαθέτει ένα «χαρτί» σε αυτό το μέτωπο: την Ουκρανία.

Καθώς οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις έχουν επιταχυνθεί, το Κίεβο έχει δηλώσει ότι οποιαδήποτε συμφωνία με τον Πούτιν πρέπει να υποστηρίζεται από σοβαρές, μακροπρόθεσμες εγγυήσεις ασφαλείας των ΗΠΑ.

Οι Αμερικανοί έχουν καθυστερήσει στο ζήτημα αυτό και, σε κάθε περίπτωση, το Κίεβο παραμένει δύσπιστο, καθώς οι εγγυήσεις ασφάλειας που έχει λάβει στο παρελθόν τόσο από τη Ρωσία όσο και από τη Δύση αποδείχθηκαν κενές.

Ένα πιθανό σενάριο που ανέφερε ένας διπλωμάτης της ΕΕ θα ήταν η Ευρώπη να λάμβανε ισχυρότερες διαβεβαιώσεις από την κυβέρνηση Τραμπ για την Ουκρανία, με αντάλλαγμα έναν διευρυμένο ρόλο των ΗΠΑ στη Γροιλανδία.

Αν και αυτό θα έμοιαζε με «πικρό χάπι», ίσως να είναι πιο εύπεπτο από την εναλλακτική: να εκνευριστεί ο Τραμπ, ο οποίος θα μπορούσε να αντεπιτεθεί επιβάλλοντας κυρώσεις, αποχωρώντας από τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις – ή υποστηρίζοντας ανοιχτά τον Πούτιν στις διαπραγματεύσεις για την Ουκρανία.

Βήμα 4: Στρατιωτική εισβολή

Τι θα συμβεί όμως αν η Γροιλανδία – ή η Δανία, η οποία πρέπει να πει το «οκ» στο Νουούκ για να αποσχιστεί – πει όχι στον Τραμπ;

Μια στρατιωτική κατάληψη της εξουσίας από τις ΗΠΑ θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς μεγάλη δυσκολία.

Ο Κρόσμπι, από το Βασιλικό Κολλέγιο Άμυνας της Δανίας, δήλωσε ότι οι στρατηγικοί σύμβουλοι του Τραμπ πιθανότατα του παρουσιάζουν διάφορες επιλογές.

«Η πιο ανησυχητική θα ήταν μια στρατηγική τύπου τετελεσμένου γεγονότος, την οποία βλέπουμε συχνά και συζητάμε πολύ στους στρατιωτικούς κύκλους: απλώς να αρπάξει τη γη, με τον ίδιο τρόπο που ο Πούτιν προσπάθησε να αρπάξει εδάφη για να προβάλει εδαφικές αξιώσεις στην Ουκρανία. Θα μπορούσε απλώς να στείλει στρατεύματα στη χώρα και να πει ότι τώρα είναι αμερικανική… Ο αμερικανικός στρατός είναι ικανός να αποβιβάσει οποιονδήποτε αριθμό δυνάμεων στη Γροιλανδία, είτε αεροπορικώς είτε δια θαλάσσης, και στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι πρόκειται για αμερικανικό έδαφος».

Σύμφωνα με τον Λιν Μόρτενσγκαρντ, ερευνητή στο Ινστιτούτο Διεθνών Σπουδών της Δανίας και ειδικό σε θέματα ασφάλειας της Γροιλανδίας, η Ουάσιγκτον διαθέτει επίσης περίπου 500 στρατιωτικούς αξιωματικούς, συμπεριλαμβανομένων τοπικών εργολάβων, στη βόρεια διαστημική βάση Pituffik, καθώς και λίγο λιγότερους από 10 υπαλλήλους του προξενείου στο Νουούκ. Παράλληλα, περίπου 100 στρατιώτες της Εθνοφρουράς της Νέας Υόρκης αναπτύσσονται συνήθως εποχικά το καλοκαίρι στην Αρκτική για την υποστήριξη ερευνητικών αποστολών.

Η Γροιλανδία, από την άλλη, έχει λίγες άμυνες. Ο πληθυσμός δεν έχει εδαφικό στρατό, δήλωσε ο Μόρτενσγκαρντ, ενώ η Κοινή Αρκτική Διοίκηση της Δανίας στην πρωτεύουσα περιλαμβάνει ελάχιστα και ξεπερασμένα στρατιωτικά μέσα, κυρίως τέσσερα πλοία επιθεώρησης και ναυτικού, μια περιπολία με έλκηθρα σκύλων, ελικόπτερα και ένα αεροσκάφος θαλάσσιας περιπολίας.

Ως αποτέλεσμα, εάν ο Τραμπ κινητοποιήσει την αμερικανική παρουσία επί του εδάφους – ή μεταφέρει ειδικές δυνάμεις – οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να καταλάβουν τον έλεγχο του Νουούκ «σε μισή ώρα ή λιγότερο», δήλωσε ο Μόρτενσγκαρντ.

«Ο κ. Τραμπ λέει πράγματα και μετά τα κάνει», δήλωσε η Δανή βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Στίνε Μπόσε. «Αν ήσασταν ένας από τους 60.000 ανθρώπους στη Γροιλανδία, θα ανησυχούσατε πολύ».

Οποιαδήποτε εισβολή δεν θα είχε «νομική βάση» βάσει του αμερικανικού και του διεθνούς δικαίου, δήλωσε ο Ρομέν Σιφάρ, επικεφαλής του Arctic Institute με έδρα την Ουάσινγκτον, μιας δεξαμενής σκέψης για την ασφάλεια. Επίσης, οποιαδήποτε κατοχή πέραν των 60 ημερών θα απαιτούσε έγκριση από το Κογκρέσο των ΗΠΑ.

Εν τω μεταξύ, μια εισβολή θα «σήμαινε το τέλος του ΝΑΤΟ», είπε, και οι «ΗΠΑ θα… αυτοπυροβολούνταν στο πόδι και θα αποχαιρετούσαν μια συμμαχία που βοήθησαν να δημιουργηθεί».

Πέρα από αυτό, μια «απώλεια εμπιστοσύνης από βασικούς συμμάχους θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείωση της προθυμίας τους να μοιράζονται πληροφορίες με τις ΗΠΑ ή σε μείωση της πρόσβασης σε βάσεις σε όλη την Ευρώπη», δήλωσε ο Μπεν Χότζες, πρώην διοικητής αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη. «Και τα δύο θα ήταν εξαιρετικά επιζήμια για την ασφάλεια της Αμερικής».

Το ΝΑΤΟ δεν θα μπορούσε να αντιδράσει, δεδομένου ότι η στρατιωτική δράση πρέπει να εγκριθεί ομόφωνα και οι ΗΠΑ είναι το βασικό μέλος της συμμαχίας, αλλά οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι θα μπορούσαν να αναπτύξουν στρατεύματα στη Γροιλανδία μέσω άλλων ομάδων, όπως η Κοινή Εκστρατευτική Δύναμη Ηνωμένου Βασιλείου-Σκανδιναβίας ή το πενταμερές σχήμα Σκανδιναβικής Αμυντικής Συνεργασίας, δήλωσε ο Εντ Άρνολντ, ανώτερος ερευνητής στο Royal United Services Institute.

Προς το παρόν, πάντως, οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ παραμένουν ψύχραιμοι απέναντι στο ενδεχόμενο επίθεσης. «Είμαστε ακόμα μακριά από αυτό το σενάριο», δήλωσε ανώτερος διπλωμάτης της συμμαχίας. «Μπορεί να υπάρξουν κάποιες δύσκολες διαπραγματεύσεις, αλλά δεν νομίζω ότι βρισκόμαστε κοντά σε κάποια εχθρική κατάληψη».