Είθισται, όταν οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι της Κεντροαριστεράς θέλουν να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους να στρέφονται προς τα δεξιά ή τα ακροδεξιά. Οι Δανοί, ωστόσο, στις δημοτικές εκλογές που έγιναν την Τρίτη, πήγαν κόντρα στο ρεύμα. Τιμώρησαν τόσο τους κυβερνώντες Σοσιαλδημοκράτες όσο και τα δύο μεγαλύτερα δεξιά κόμματα, ενώ επιβράβευσαν τα πιο αριστερά, με προεξέχον το Σοσιαλιστικό Λαϊκό Κόμμα (ή Πράσινη Αριστερά), το οποίο κέρδισε 80 επιπλέον έδρες σε σχέση με το 2021. Η δε Ακρα Δεξιά γνώρισε μια πολύ περιορισμένη άνοδο, μακριά από την ανησυχητική τάση που παρατηρείται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Το εντυπωσιακότερο όλων ήταν η «πτώση» της Κοπεγχάγης, η οποία δεν θα έχει Σοσιαλδημοκράτη δήμαρχο πρώτη φορά ύστερα από σχεδόν 100 χρόνια. Νέα δήμαρχος θα γίνει η υποψήφια του Σοσιαλιστικού Λαϊκού Κόμματος Σίσε Μαρί Βέλινγκ, βάσει συμφωνίας που επιτεύχθηκε με έξι άλλα κόμματα.
«Πρόκειται αναμφισβήτητα για ψήφο διαμαρτυρίας και για προσωπική ήττα της πρωθυπουργού Μέτε Φρεντέρικσεν. Οι μέρες όπου οι Σοσιαλδημοκράτες ήταν το μεγάλο ενωτικό κόμμα που κέρδιζε και στις αστικές και στις αγροτικές περιοχές, φτάνουν στο τέλος τους», σχολιάζει στο Reuters ο πολιτικός σχολιαστής Χένρικ Κβόρτρουπ.
«Οι ψηφοφόροι των αστικών κέντρων», επισημαίνει το Reuters, «δυσαρεστημένοι με την αύξηση του κόστους της στέγης και της φροντίδας των ηλικιωμένων, καθώς και με τη μειωμένη ποιότητα των υπηρεσιών του κράτους πρόνοιας, στράφηκαν σε κόμματα στα αριστερά των Σοσιαλδημοκρατών. Αντίθετα, οι ψηφοφόροι των αγροτικών περιοχών, συχνά εξαγριωμένοι με τους αυξανόμενους περιβαλλοντικούς περιορισμούς και την εξάπλωση των αιολικών και των ηλιακών πάρκων, μετατοπίστηκαν προς τα δεξιά λαϊκίστικα κόμματα όπως το Κόμμα του Λαού της Δανίας».
«Η πτώση ήταν μεγαλύτερη από αυτή που περιμέναμε», παραδέχθηκε η Δανή πρωθυπουργός. Η ίδια ανέφερε ως πιθανά αίτια την αύξηση στις τιμές των τροφίμων, την ανισότητα μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών, καθώς και στην εγκληματικότητα που οφείλεται σε «ανθρώπους που έρχονται από το εξωτερικό», υπερασπιζόμενη τη σκληρή αντιμεταναστευτική πολιτική της.
Η ανάγνωση αυτή, όμως, μάλλον δεν είναι απόλυτα σωστή. «Ανάμεσα στα αίτια της φθοράς των Σοσιαλδημοκρατών που επισημαίνουν οι αναλυτές», διαβάζουμε στην Guardian, «είναι η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων για τις ακραίες πολιτικές του πρωθυπουργού σε ζητήματα όπως η κοινωνική ένταξη και η μετανάστευση, οι οποίες ενέπνευσαν εν μέρει τη μεταρρύθμιση που εξήγγειλε πρόσφατα η Βρετανία για τη μετανάστευση και το άσυλο».
Η Φρεντέρικσεν έκανε εντύπωση το 2019 όταν έγινε η νεότερη σε ηλικία πρωθυπουργός στην Ιστορία της Δανίας. Μετά όμως τις πρόωρες εκλογές του 2022 συμμάχησε με δυο κεντροδεξιά κόμματα, αποξενώνοντας αρκετούς παραδοσιακούς ψηφοφόρους των Σοσιαλδημοκρατών. Αναδείχθηκε, στο μεταξύ, ως μια από τις πιο φιλοπόλεμες φωνές στην Ευρώπη με αφορμή την Ουκρανία, αλλά και ένθερμη υποστηρίκτρια του Ισραήλ. Μια από τις πιο «σημαδιακές» αποφάσεις της τελευταίας τριετίας ήταν να καταργήσει μια εθνική αργία προκειμένου να ενισχύσει τις δαπάνες για την άμυνα. Και τέτοιες αποφάσεις πληρώνονται στην κάλπη.
