Νέα επιστημονική έρευνα αναδεικνύει αυτό που ευρέως ήταν γνωστό διαισθητικά: η τεκνοθέτηση των θέσεων της ακροδεξιάς από τα λεγόμενα συστημικά ή κεντρώα κόμματα, δεν περιθεριοποιεί την ακροδεξιά αλλά την ενισχύει καθώς γίνονται και τα προαναφερθέντα κόμματα ακροδεξιά.
Αυτό που παρατηρήθηκε στην εν λόγω έρευνα είναι ότι τα συστημικά κόμματα της Γερμανίας επέτρεψαν κατά τη διάρκεια των χρόνων την ακροδεξιά να θέτει την πολιτική ατζέντα, με αποτέλεσμα να νομιμοποιούνται οι αρρωστημένες ιδέες τους και να τύχουν ευρείας αποδοχής.
Τα ευρήματα, τα οποία δημοσιεύθηκαν στο European Journal of Political Research, βασίστηκαν σε ανάλυση 520.408 άρθρων από έξι γερμανικές εφημερίδες σε διάστημα δύο δεκαετιών.
Οι ερευνητές από το Βερολίνο διαπίστωσαν ότι, καθώς η ακροδεξιά μετακινούσε τις θέσεις της από περιθωριακά ζητήματα τη δεκαετία του 90 προς θέματα όπως η μετανάστευση, τα κόμματα του «πολιτικού κέντρου» άλλαξαν σταδιακά τον τρόπο επικοινωνίας τους, ενισχύοντας έτσι τη διάδοση αυτών των ιδεών και δίνοντας στους ψηφοφόρους το σήμα ότι αυτές οι απόψεις είναι θεμιτές.
Το συνολικό αποτέλεσμα έχει κρίσιμες συνέπειες για τη δημοκρατία, ανέφερε η Τερέζα Φέλκερ, πολιτική κοινωνιολόγος στο Κέντρο Κοινωνικών Επιστημών του Βερολίνου και συν-συγγραφέας της μελέτης.
«Η πολιτική επικοινωνία από τα κεντρώα κόμματα παίζει καθοριστικό ρόλο στην εκλογική επιτυχία της ακροδεξιάς. Αυτός ο παράγοντας έχει υποτιμηθεί», τόνισε.
Το φαινόμενο ήταν εμφανές ακόμη και όταν τα κόμματα του κέντρου επέκριναν την ακροδεξιά.
«Παρόλα αυτά, της δίνεις προσοχή», δήλωσε η Φέλκερ. «Το βασικό μας επιχείρημα είναι ότι ζούμε σε μια μάχη για την προσοχή — και αυτή η προσοχή είναι κρίσιμη. Όποιος καθορίζει την ατζέντα, επηρεάζει το τι σκέφτονται οι ψηφοφόροι και ποιον τελικά επιλέγουν».
Αν και η έρευνα επικεντρώνεται στη Γερμανία, το φαινόμενο της «κανονικοποίησης» πιθανόν ισχύει σε όλη την Ευρώπη, ανέφερε ο Ντανιέλ Σαλντίβια Γκονζάτι, επίσης πολιτικός κοινωνιολόγος στο Κέντρο Κοινωνικών Επιστημών του Βερολίνου και συν-συγγραφέας της μελέτης.
«Το βλέπεις συχνά στα γερμανικά και βρετανικά ΜΜΕ. Η ακροδεξιά λέει κάτι και όλοι αρχίζουν να μιλούν γι’ αυτό για μία εβδομάδα. Όλοι σοκάρονται, αλλά παρόλα αυτά γίνεται πρώτο θέμα. Ακόμα και αν την αντικρούεις, την επαναλαμβάνεις».
Κάποιες φορές, οι ηγέτες έχουν σκληρύνει τη ρητορική τους ώστε να ευθυγραμμιστούν με την ακροδεξιά. Σε συνέντευξη του 2023, ο τότε Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς και αρχηγός του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD), δήλωσε ότι ήρθε η ώρα να «απελαύνονται μαζικά όσοι δεν έχουν δικαίωμα να παραμείνουν στη Γερμανία», και ζήτησε να «επιταχυνθούν και να πολλαπλασιαστούν οι απελάσεις» σε όλη τη χώρα.
Παρόμοια παραδείγματα παρατηρούνται σε όλη την Ευρώπη, καθώς πολιτικοί από το Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι τη Γαλλία υιοθετούν τη γλώσσα της ακροδεξιάς, ιδιαίτερα σε ζητήματα μετανάστευσης, δημιουργώντας έναν «ηχητικό θάλαμο» (echo chamber) που πριν από δέκα χρόνια θα θεωρούνταν αδιανόητος.
Στην καρδιά του ζητήματος βρίσκεται το ερώτημα: ποιος καθορίζει τον τόνο και επιλέγει τα θέματα της πολιτικής ατζέντας, ανέφερε ο Σαλντίβια Γκονζάτι.
«Αν είσαι ένα μετριοπαθές κόμμα και μιλάς για τα λεγόμενα πολιτισμικά ζητήματα — μετανάστευση, ενσωμάτωση — με τρόπο που υπαγορεύεται από την ακροδεξιά, τότε αυτό είναι το βασικό νόημα του «agenda setting» (καθορισμός ατζέντας).»
Ορισμένα κόμματα έχουν κάνει ακόμη ένα βήμα παραπέρα, αντιγράφοντας απευθείας την ακραία ατζέντα της ακροδεξιάς, παρόλο που η έρευνα δείχνει ότι τέτοιες κινήσεις οδηγούν τελικά τους ψηφοφόρους να προτιμήσουν τα αυθεντικά ακροδεξιά κόμματα.
Η έκταση των δεδομένων που συλλέχθηκαν έδειξε ότι η επιρροή της ακροδεξιάς ήταν σταδιακή και αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου, εξηγεί η Φέλκερ.
«Η δημόσια αντίληψη δεν αλλάζει από τη μία μέρα στην άλλη. Αλλά αν ακούς κάθε δεύτερη εβδομάδα αρνητικά σχόλια για τη μετανάστευση — και αυτά δεν προέρχονται μόνο από ακροδεξιά κόμματα αλλά και, για παράδειγμα, από τους Σοσιαλδημοκράτες — τότε φυσικά το αφήγημα διαδίδεται πιο μακριά.»
Τα ευρήματα ενισχύουν προηγούμενες μελέτες που έχουν δείξει ότι η ακροδεξιά έχει σταδιακά «κανονικοποιηθεί» — είτε μέσα από συμμαχίες με κόμματα του κέντρου, είτε μέσα από τη διαρκή προσοχή που της δίνουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Σε αυτήν την περίπτωση, ωστόσο, οι ερευνητές αιφνιδιάστηκαν από την έκταση της επιρροής της ακροδεξιάς.
«Περιμέναμε ότι κυρίως δεξιά κόμματα θα αντιδρούσαν στην ατζέντα της ακροδεξιάς», είπε ο Σαλντίβια Γκονζάτι.
«Αυτό που βρήκαμε όμως είναι ότι δεν ισχύει απαραίτητα — η επιρροή είναι παντού. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης επηρεάζονται περισσότερο από ό,τι τα κυβερνώντα κόμματα», διαπίστωσε η μελέτη.
Τα ευρήματα πιθανόν να ισχύουν και για την υπόλοιπη Ευρώπη, δήλωσε η Φέλκερ. Εξαίρεση αποτελούν οι σκανδιναβικές χώρες, όπου η επιρροή της ακροδεξιάς έχει περάσει σε μια «δεύτερη φάση», επεκτεινόμενη πέρα από πολιτισμικά ζητήματα σε ένα ευρύτερο φάσμα θεμάτων.
«Αφού όλα τα κόμματα του πολιτικού κέντρου έχουν ήδη υιοθετήσει τη ρητορική της ακροδεξιάς σε ζητήματα όπως η μετανάστευση, έχουν ήδη περάσει το στάδιο όπου η ακροδεξιά καθορίζει την ατζέντα μόνο στο θέμα αυτό», εξηγεί η Φέλκερ.
Η έρευνα υπογραμμίζει την ανάγκη τα κόμματα του κέντρου να χαράξουν δικούς τους λόγους και αφηγήματα, ειδικά σε θέματα όπως η μετανάστευση και η ενσωμάτωση, σημείωσε ο Σαλντίβια Γκονζάτι, αντί να ακολουθούν διαρκώς τις θέσεις της ακροδεξιάς.
«Είναι σαν έναν χορό. Αν ο μαέστρος είναι η ακροδεξιά και εσύ απλώς αντιδράς, τότε δεν μπορείς να αποφασίσεις ποια μουσική θα παίξει», κατέληξε.
