Η χτεσινή ήταν η πρώτη από τις τρεις ημέρες πένθους στο Νταγκεστάν –κατεξοχήν μουσουλμανική δημοκρατία στον Βόρειο Καύκασο και από τα φτωχότερα ομοσπονδιακά υποκείμενα της Ρωσίας– μετά το μακελειό της Κυριακής, που έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ισλαμιστικής τρομοκρατίας και επαναφέρει στη συλλογική μνήμη τη φρίκη από το πρόσφατο λουτρό αίματος στη Μόσχα.
Σε συντονισμένες επιθέσεις στην πρωτεύουσα Μαχατσκαλά και νοτιότερα στην πόλη Ντερμπέντ –οι οποίες παρέμεναν «ορφανές» μέχρι χθες το βράδυ– ένοπλοι εισέβαλαν σε ρωσορθόδοξες εκκλησίες, συναγωγές και ένα αστυνομικό φυλάκιο, σπέρνοντας θάνατο και τρόμο.
Σκότωσαν 20 ανθρώπους και τραυμάτισαν τουλάχιστον άλλους 46, εκ των οποίων οι τέσσερις είναι σε κρίσιμη κατάσταση. Στους νεκρούς συγκαταλέγονται 15 αστυνομικοί, καθώς και ένας 66χρονος ορθόδοξος ιερέας στο Ντερμπέντ. Σύμφωνα με τοπικούς αξιωματούχους, οι δράστες του έκοψαν τον λαιμό πριν βάλουν φωτιά στην τοπική εκκλησία, την ώρα που οι πιστοί γιόρταζαν την Κυριακή της Πεντηκοστής. Μια συναγωγή πυρπολήθηκε επίσης στην ίδια πόλη.
Οι Αρχές εξαπέλυσαν ανθρωποκυνηγητό, που ολοκληρώθηκε χθες, μετά διαβεβαιώσεων ότι η κατάσταση είναι υπό έλεγχο. Ανακοινώθηκε η «εξουδετέρωση» πέντε δραστών, χωρίς ωστόσο να έχει αποσαφηνιστεί εάν υπάρχουν συνεργοί τους που διαφεύγουν.
Στις ανακριτικές αρχές οδηγήθηκε ο Μαγκομέντ Ομάροφ, μέχρι χθες τοπικός επικεφαλής του κυβερνώντος κόμματος Ενωμένη Ρωσία του προέδρου Πούτιν. Δημοσιεύματα ανέφεραν ότι στην επίθεση συμμετείχαν οι δύο γιοι του και ένας ανιψιός του. Τούτων λεχθέντων, η Ενωμένη Ρωσία τον διέγραψε χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Ο κυβερνήτης του Νταγκεστάν, Σεργκέι Μελίκοφ, έσπευσε να κάνει λόγο για μέλη ισλαμιστικών «πυρήνων εν υπνώσει», υποστηρίζοντας ότι κατευθύνονται από το εξωτερικό και επιχειρώντας να συνδέσει την επίθεση με τον πόλεμο στην Ουκρανία, χωρίς στοιχεία. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, αρκέστηκε να δηλώσει ότι ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν λαμβάνει διαρκείς ενημερώσεις για τις εξελίξεις.
Κατά το αμερικανικό Ινστιτούτο για τη Μελέτη του Πολέμου, πίσω από την επίθεση είναι πιθανότατα το παρακλάδι της τρομοκρατικής οργάνωσης ISIS («Ισλαμικό κράτος») στον Βόρειο Καύκασο. Προς επίρρωση, το «Ισλαμικό κράτος του Χορασάν» –που ανέλαβε την ευθύνη για το μακελειό με τους 145 νεκρούς τον περασμένο Μάρτιο στη Μόσχα– έσπευσε να πανηγυρίσει την επίθεση στο Νταγκεστάν, λέγοντας ότι έγινε από «αδελφούς στον Καύκασο, που έδειξαν πως είναι ακόμη δυνατοί».
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 οι επιθέσεις κατά αστυνομικών και άλλων Αρχών στο Νταγκεστάν ήταν καθημερινό φαινόμενο, με συνήθεις δράστες και υπόπτους ισλαμιστές εξτρεμιστές. Μετά δε την εμφάνιση του ISIS, η περιοχή αποτέλεσε «φυτώριο» τζιχαντιστών. Αν και η βία έχει υποχωρήσει τα τελευταία χρόνια, ο εξτρεμισμός δεν έχει εκριζωθεί. Μετά το μακελειό στη Μόσχα, οι ρωσικές Αρχές ανέφεραν την εξάρθρωση «τρομοκρατικού πυρήνα» στον νότο, που –όπως ανέφεραν– στήριξαν την επίθεση στη ρωσική πρωτεύουσα με μετρητά και όπλα.
