Ο Τζο Μπάιντεν και ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι θα υπογράψουν μια 10ετή διμερή συμφωνία ασφαλείας στη σύνοδο κορυφής της G7 στην Ιταλία, καθώς συνεχίζονται στο περιθώριο οι συζητήσεις για το πώς η Δύση μπορεί να παράσχει δάνειο 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην Ουκρανία.
Το Κίεβο έχει υπογράψει 15 διμερείς συμφωνίες ασφαλείας με άλλες χώρες από την έναρξη της πλήρους κλίμακας ρωσικής εισβολής το 2022, μεταξύ άλλων με το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιταλία. Η συμφωνία ΗΠΑ-Ουκρανίας δεν απαιτεί την έγκριση του Κογκρέσου και θα μπορούσε να αναιρεθεί από μια μελλοντική κυβέρνηση Τραμπ. Ο Μπάιντεν έχει πει προηγουμένως ότι οι εγγυήσεις για την Ουκρανία θα είναι ισοδύναμες με εκείνες προς το Ισραήλ, καλύπτοντας την οικονομική και στρατιωτική βοήθεια καθώς και τη δυνατότητα κοινής παραγωγής όπλων.
Οι δύο ηγέτες θα δώσουν συνέντευξη Τύπου αργότερα την Πέμπτη, όπου είναι πιθανό να υπάρχουν διαφορές σχετικά με το χρονοδιάγραμμα για την προσπάθεια της Ουκρανίας να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και την εισαγωγή ξένων στρατιωτικών εκπαιδευτών εντός της Ουκρανίας. Οι διμερείς συμφωνίες, πάντως, έχουν εκτιμηθεί στην Ουκρανία ως ανακοπή στον δρόμο προς την ένταξη στο ΝΑΤΟ.
Η Ουκρανία θα υπογράψει επίσης διμερή συμφωνία με την Ιαπωνία μέσα στις επόμενες ώρες. «Το έγγραφο με τις Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι άνευ προηγουμένου, όπως θα έπρεπε να είναι για τους ηγέτες που υποστηρίζουν την Ουκρανία», είπε ο Ζελένσκι.
Όπως και με τα άλλα διμερή σύμφωνα, η συμφωνία με τις ΗΠΑ δεν θα απαιτήσει από την Αμερική να υπερασπιστεί την Ουκρανία σε περίπτωση επίθεσης. Αλλά θα μπορούσε να διευκολύνει την Ουκρανία να ξεκινήσει ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία, καθώς το Κίεβο θα έχει κάποια διαβεβαίωση για τη βοήθεια που θα λάβει σε περίπτωση περαιτέρω ρωσικής επίθεσης.
Η Ουκρανία είχε πικρή εμπειρία από τέτοιες συμφωνίες, σχολιάζει σε σχετικό του δημοσίευμα ο Guardian. Οι υπογράφοντες το μνημόνιο της Βουδαπέστης το 1994, το οποίο ζητούσε σεβασμό για την ανεξαρτησία και την κυριαρχία των χωρών, δεν υπερασπίστηκαν την Ουκρανία όταν η Ρωσία προσάρτησε την Κριμαία το 2014.
Οι διμερείς συμφωνίες ασφαλείας αναφέρουν ότι σε περίπτωση μελλοντικής ρωσικής επίθεσης κατά της Ουκρανίας, τα μέρη θα διαβουλεύονται εντός 24 ωρών για να καθορίσουν μέτρα αντιμετώπισης και αποτροπής της επιθετικότητας.
Κάνοντας προεπισκόπηση της διμερούς συμφωνίας ΗΠΑ-Ουκρανίας, ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, Τζέικ Σάλιβαν, δήλωσε: «Με την υπογραφή αυτής, θα στείλουμε επίσης στη Ρωσία ένα μήνυμα αποφασιστικότητάς μας. Αν ο Βλαντιμίρ Πούτιν πιστεύει ότι μπορεί να ξεπεράσει τον συνασπισμό που υποστηρίζει την Ουκρανία, κάνει λάθος. Απλώς δεν μπορεί να μας περιμένει και αυτή η συμφωνία θα δείξει την αποφασιστικότητα και τη συνεχή δέσμευσή μας».
«Μέσω αυτής της συμφωνίας, διασφαλίζουμε επίσης δεσμεύσεις από την Ουκρανία για μεταρρυθμίσεις και για παρακολούθηση τελικής χρήσης για όπλα που παρέχουμε».
Ο Σάλιβαν τόνισε ότι η Ουκρανία είχε μαθήματα για τον αμερικανικό στρατό, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης drone στον πόλεμο. Στην εμβάθυνση της συνεργασίας με το Κίεβο, ο Σάλιβαν είπε ότι οι ΗΠΑ «θα επωφεληθούν από τις γνώσεις και την εμπειρία της Ουκρανίας, τις καινοτομίες της στο πεδίο της μάχης και τα διδάγματά της από το μέτωπο».
Ο Λίο Λίτρα, επισκέπτης συνεργάτης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων, είπε ότι είναι σημαντικό να είμαστε σαφείς σχετικά με τους περιορισμούς και τον σκοπό των εγγυήσεων ασφαλείας. «Οι συμφωνίες συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας έχουν σχεδιαστεί για να κάνουν την υποστήριξη για την Ουκρανία προβλέψιμη και μετρήσιμη, αλλά δεν πλησιάζουν στην παροχή μέσων που θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ για τη συλλογική άμυνα», είπε ο Λίτρα.
