Η υπόθεση τράβηξε το ενδιαφέρον των Ιταλών, κατά τη διάρκεια όλων των περασμένων ημερών. Ο Ματέο Ρέντσι προσπαθεί να διώξει την κόρη του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ από τη διεύθυνση του δελτίου ειδήσεων του δημόσιου καναλιού Rai Tre;
Ολα ξεκίνησαν με μια δήλωση του κεντροαριστερού Μικέλε Αντσάλντι, μέλους της επιτροπής της Βουλής, η οποία παρακολουθεί και ελέγχει τη λειτουργία της Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης.
«Υπάρχει ένα πρόβλημα με το Rai 3 και το δελτίο ειδήσεών του. Είναι ένα μεγάλο, επίσημο πρόβλημα. Δυστυχώς δεν ακολούθησαν την πορεία του Δημοκρατικού Κόμματος: δεν πήραν είδηση ότι εξελέγη ένας νέος γραμματέας, ο Ματέο Ρέντσι, ο οποίος στη συνέχεια έγινε και πρωθυπουργός», δήλωσε ο Αντσάλντι, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Κοριέρε ντέλα Σέρα».
Μιλώντας και στην εφημερίδα «Ιλ Φάτο Κουοτιντιάνο» δεν δίστασε να προσθέσει ότι «αν αποφάσιζε ο ίδιος, θα θεωρούσε ότι η Μπερλινγκουέρ πρόσφερε τόσο πολλά, μα τόσο πολλά στη Rai, που μπορούν και να θεωρηθούν αρκετά».
Η κόρη του Ενρίκο, του θρυλικού γραμματέα του ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, έγινε ξαφνικά «ανεπιθύμητη» για το νέο Δημοκρατικό Κόμμα του Ρέντσι, του οποίου ο Αντσάλντι θεωρείται πιστός εκφραστής.
Η Μπιάνκα Μπερλινγκουέρ, από τους κύριους παρουσιαστές του κεντρικού δελτίου ειδήσεων του Rai Tre (TG3) από το 1991, από το 2009 είναι και διευθύντρια ειδήσεων.
Το «κρίμα της» είναι προφανώς ότι συνεχίζει να δίνει τον λόγο και σε εκφραστές της εσωτερικής αντιπολίτευσης της ιταλικής Κεντροαριστεράς, όπως είναι ο Μάσιμο ντ’ Αλέμα και ο Πιερλουίτζι Μπερσάνι.
Σε ό,τι αφορά, δε, την ελληνική πολιτική πραγματικότητα, αποφάσισε να παρακολουθήσει με σειρά ειδικών εκπομπών το δημοψήφισμα του Ιουλίου, τις διαπραγματεύσεις στις Βρυξέλλες και τις πρόσφατες εκλογές, με έμφαση στην ανάγκη οικοδόμησης μιας διαφορετικής Ευρώπης.
Σε μια χώρα η οποία όσον αφορά την τηλεοπτική ελευθερία λόγου έζησε δύσκολες εποχές επί παντοκρατορίας Σίλβιο Μπερλουσκόνι, οι σημερινές δηλώσεις στελεχών του κυβερνώντος κόμματος υπέρ της άμεσης αντικατάστασης της διευθύντριας ειδήσεων, είναι αυτονόητο ότι γεννούν έντονη ανησυχία.
Πολλοί σχολιαστές άρχισαν να γράφουν ότι η διευθύντρια του TG3 έγινε το νέο εξιλαστήριο θύμα, ότι μπορεί να τιμωρηθεί για να σταλεί με τον τρόπο αυτόν ένα μήνυμα προς όλους όσοι δεν θέλουν να αποδεχτούν ότι η νέα ιταλική Κεντροαριστερά δεν έχει καμία σχέση με τον ευρωκομμουνισμό, με την αμφισβήτηση των θέσεων α λα Τόνι Μπλερ και τη μετριοπαθή πορεία πλεύσης.
Το θέμα πήρε τόσο μεγάλες διαστάσεις που ο ίδιος ο Ρέντσι αποφάσισε τελικά να δώσει συνέντευξη στο TG3, στην ίδια την Μπιάνκα Μπερλινγκουέρ, για να διαψεύσει τον βουλευτή του.
Από το κυβερνητικό μέγαρο της Ρώμης Παλάτσο Κίτζι, ο Ιταλός σαραντάχρονος πρωθυπουργός τόνισε ότι «δεν υπάρχει η βούληση να απολυθεί κανείς», ότι «η Rai πρέπει να είναι ελεύθερη και ανεξάρτητη» χωρίς «καμία λίστα ονομάτων προς εκτοπισμό και εξορία».
Το πολιτικό ολίσθημα είναι προφανές, άλλο τόσο ξεκάθαρο είναι, δε, ότι η όλη υπόθεση δεν μπορεί να κλείσει και να ξεχαστεί με μια απλή συνέντευξη.
Είναι ενδεικτική προφανώς μιας σειράς προθέσεων και μιας αντίληψης σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της πολιτικής εξουσίας με τη δημοσιογραφία και σε τελική ανάλυση και με τους πολίτες-ψηφοφόρους. Προθέσεις κάποιων που θέλουν να φανούν, όπως πάντα, βασιλικότεροι του βασιλέως.
Αναμένουμε, λοιπόν, να διαπιστώσουμε ποιες θα είναι οι εξελίξεις στην υπόθεση της Rai, του TG3, δεδομένης της «ανάγκης αυτονομίας της Δημόσιας Τηλεόρασης».
Ελπίζουμε, βέβαια, να μην υιοθετηθεί η ίδια στρατηγική που επιβλήθηκε στην αριστερή -κάποτε- εφημερίδα «Λ’ Ουνιτά».
Ξανάνοιξε τον περασμένο Ιούλιο, με ένα είδος «γενετικής μετάλλαξης»: εκφράζει μόνον τις θέσεις του Ρέντσι και θεωρεί από ενοχλητικό έως και επιζήμιο οτιδήποτε εκφράζει μια κριτική, αριστερή σκέψη.
