Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι «έφυγε» στα 86 του χρόνια, μόλις τρεις ημέρες μετά την τελευταία εισαγωγή του στο Νοσοκομείο «Σαν Ραφαέλε» του Μιλάνου. Δεν κατάφερε να κερδίσει τη μάχη με τη λευχαιμία, παρά το ότι οι στενοί συνεργάτες του διαβεβαίωναν όλους πως η μεταφορά του στο νοσοκομείο ήταν μόνο για εξετάσεις ρουτίνας.
Ο «καβαλιέρε» αφήνει το κόμμα που ίδρυσε το 1993 και μετονομάστηκε, τελικά, σε Φόρτσα Ιτάλια χωρίς διάδοχο και με ένα αβέβαιο μέλλον. Στα γκάλοπ δεν ξεπερνά το 7% και το ποσοστό του είναι κατά περίπου δύο μονάδες χαμηλότερο από εκείνο της Λέγκας και τέσσερις φορές μικρότερο από εκείνο των Αδελφών της Ιταλίας της Μελόνι.
Οπως υπογραμμίζουν οι περισσότεροι αναλυτές, αν υπερισχύσει, τελικά, η γραμμή του σημερινού υπουργού Εξωτερικών και συντονιστή του κόμματος, Αντόνιο Ταγιάνι, η σχέση με τη Μελόνι θα γίνει όλο και στενότερη και δεν αποκλείεται να φτάσουμε και σε ένα είδος «ομοσπονδίας».
Δεν αποκλείεται, όμως, το κόμμα του «καβαλιέρε» να διασπαστεί και να προσπαθήσουν να επωφεληθούν, από τον κατακερματισμό του, μια σειρά πολιτικών δυνάμεων: από τη Ζωντανή Ιταλία του Ματέο Ρέντσι μέχρι τη Λέγκα, αλλά και μέχρι τους συνεργάτες της Ιταλίδας πρωθυπουργού.
Παρά τις τόσες υποσχέσεις του, ο Σίλβιο δεν θέλησε να επιλέξει κανέναν από τους δελφίνους του. Είχαν ακουστεί πολλά ονόματα: εκείνο του δημοσιογράφου και νυν περιφερειάρχη της ευρύτερης περιοχής της Γένοβας, Τζοβάνι Τότι, του πρώην υπουργού Εξωτερικών Αντζελίνο Αλφάνο (ο οποίος, στο μεταξύ, εγκατέλειψε οριστικά την πολιτική), αλλά ακόμη και αυτό του ιδρυτή των παγωτών Grom, Γκουίντο Μαρτινέτι.
Κάθε φορά, όμως, ο Ιταλός μεγιστάνας και πρώην πρωθυπουργός κατέληγε στο συμπέρασμα ότι κανένας δεν θα ήταν σε θέση να τον αντικαταστήσει επάξια.
Οσο για τις επιχειρήσεις του, το θέμα είναι κάπως πιο περίπλοκο. Τους τελευταίους μήνες άρχισε να ακούγεται με έμφαση ότι η οικογένεια Μπερλουσκόνι προτίθεται να πουλήσει τη μιντιακή αυτοκρατορία της, αρχίζοντας από τα τρία ιδιωτικά κανάλια εθνικής εμβέλειας, τα οποία, παρά τις παλαιότερες αντιρρήσεις της Κεντροαριστεράς, κατάφερε τελικά να διατηρήσει ως ακριβώς είχαν.
Το κόμμα, όπως φαίνεται, χρησίμευσε για να διατηρηθεί και η τηλεοπτική αυτοκρατορία. Αν πάψει να υφίσταται η δεύτερη (λόγω μεταβίβασης της ιδιοκτησίας) χάνει τον λόγο ύπαρξής του και ο πολιτικός βραχίονας. Αυτό που μένει να διαπιστωθεί είναι αν θα μπορέσουν να τα βρουν, μεταξύ τους, τα πέντε παιδιά του.

Η Μαρίνα, ο Πιερσίλβιο, η Μπάρμπαρα, η Ελεονόρα και ο Λουίτζι Μπερλουσκόνι. Διότι, σύμφωνα με μεγάλο μέρος του ιταλικού Τύπου, μέχρι πριν από λίγο καιρό το πρόβλημα ήταν ότι η Μαρίνα και ο Πιερσίλβιο (που ο «καβαλιέρε» απέκτησε από τον πρώτο του γάμο) διεκδικούσαν μεγαλύτερο μερίδιο κληρονομιάς από τα τρία νεότερα αδέλφια τους. Συνολικά, σύμφωνα με την Corriere della Sera, η αξία της κινητής και ακίνητης περιουσίας του εκλιπόντος ξεπερνά τα τέσσερα δισεκατομμύρια ευρώ.
Η Μαρίνα, η οποία τώρα είναι 57 ετών, κατά περιόδους θεωρήθηκε η πιθανότερη διάδοχος του πατέρα της, όχι μόνο σε επιχειρηματικό επίπεδο (είναι επικεφαλής του εκδοτικού οίκου Μονταντόρι και της εταιρείας Φίνινβεστ που διαχειρίζεται τις μετοχές της οικογένειας) αλλά και σε ό,τι αφορά την πολιτική.
Στη φάση αυτή, όμως, είναι κάθε άλλο παρά βέβαιο. Διότι εδώ και αρκετό καιρό, το σύνολο, σχεδόν, της προοδευτικής παράταξης είχε πάψει να θεωρεί τον Σίλβιο έναν σκληρό πολιτικό αντίπαλο (όσο κι αν φαίνεται περίεργο) και του απευθυνόταν σαν να επρόκειτο, περίπου, για έναν «σοφό παππού» ο οποίος θα μπορούσε να σου δώσει και χρήσιμες συμβουλές. Αυτή ήταν, ίσως, και η κύρια νίκη που πέτυχε σε πολιτικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο. Για ποιο λόγο, λοιπόν, η μεγαλύτερη κόρη του θα έπρεπε να εισέλθει στην αρένα της πολιτικής, τροφοδοτώντας νέες συγκρούσεις και χαλώντας την εικόνα του «συμπαθούς, γλυκομίλητου και πάντα καλοπροαίρετου Σίλβιο;». Χρειάστηκαν τόσα χρόνια για να χτιστεί το συγκεκριμένο προφίλ. Και η επιθυμία του, όπως όλα δείχνουν, ήταν να διατηρηθεί σχεδόν για την αιωνιότητα.
