Τρένα, αεροπλάνα, μετρό, τραμ και λεωφορεία παρέμειναν χθες ακίνητα στο μεγαλύτερο μέρος της «ατμομηχανής της Ευρώπης», της Γερμανίας. Σε δύο από τα μεγαλύτερα αεροδρόμια, του Μονάχου και της Φρανκφούρτης, ανεστάλησαν οι πτήσεις. Εργαζόμενοι σε λιμάνια, σε θαλάσσιες και ποτάμιες μεταφορές και σε μεγάλους αυτοκινητόδρομους συμμετείχαν επίσης στην 24ωρη απεργία, τη μεγαλύτερη των τελευταίων δεκαετιών στη χώρα, στο φόντο κινητοποιήσεων και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες καθώς και των ευρύτερων οικονομικών επιπτώσεων του πολέμου στην Ουκρανία.
Προειδοποιητική, την κήρυξαν δύο μεγάλα συνδικάτα: το Verdi -που εκπροσωπεί περίπου 2,5 εκατομμύρια εργαζόμενους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα- και το EVG των σχεδόν 230.000 υπαλλήλων στη σιδηροδρομική εταιρεία Deutsche Bahn και στις μεταφορές. Ηταν η τελευταία μιας σειράς κινητοποιήσεων στη Γερμανία και πιθανόν μια πρόγευση για τα όσα θα ακολουθήσουν, εάν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματα των εργαζομένων για μισθολογικές αυξήσεις προς εξισορρόπηση των πραγματικών μισθών απέναντι στον πληθωρισμό. Τον Φεβρουάριο «κάλπασε» στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης με 9,3%.
Το συνδικάτο Verdi διεκδικεί αύξηση μισθών 10,5% ή κατά τουλάχιστον 500 ευρώ τον μήνα και μεγαλύτερα μπόνους για το προσωπικό των αεροδρομίων που εργάζεται σε νυχτερινές βάρδιες και σε αργίες. Το EVG από την πλευρά του ζητά αύξηση 12% ή τουλάχιστον 650 ευρώ τον μήνα.
Καθώς οι διαπραγματεύσεις με τους εργοδότες και την -όλο και πιο σφιχτής δημοσιονομικής πολιτικής- ομοσπονδιακή κυβέρνηση συνασπισμού της Γερμανίας καρκινοβατούν, τα συνδικάτα αφήνουν τώρα ανοιχτό το ενδεχόμενο ακόμη και για απεργίας διαρκείας που θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στη γερμανική οικονομία.
Προαναγγέλλοντας έναν «σκληρό, αλλά δίκαιο και εποικοδομητικό» νέο γύρο διαβουλεύσεων, η Γερμανίδα υπουργός Εσωτερικών Νάνσι Φέιζερ δήλωσε σίγουρη για την εξεύρεση μιας «καλής λύσης».
Δείχνοντας ωστόσο τις πραγματικές προθέσεις, η κρατική Deutsche Bahn -που προτείνει αυξήσεις συνολικού ύψους μόλις 5% και δη σε δύο στάδια- χαρακτήρισε υπερβολικά τα αιτήματα των εργαζομένων και τη χθεσινή απεργία «εντελώς δυσανάλογη, αβάσιμη και περιττή».
Ο εκπρόσωπος της DB, Αχιμ Στράους, ακολούθησε τη συνήθη πλέον τακτική κατηγορώντας τους απεργούς για «ταλαιπωρία». Επικαλέστηκε το επιβατικό κοινό -παρά το ότι σε δημοσκόπηση του YouGov το 55% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι στηρίζει τις κινητοποιήσεις- και τη μη εξυπηρέτηση εταιρειών στις μεταφορές εμπορευμάτων. Μέχρι και για πλήγμα «στο περιβάλλον και στο κλίμα» μίλησε, υποστηρίζοντας ότι με το χειρόφρενο στα τρένα «κερδισμένες βγαίνουν οι πετρελαϊκές εταιρείες»…
Κατά τα λοιπά οι εργοδότες προειδοποιούν ότι οι υψηλότεροι μισθοί στον κλάδο των μεταφορών θα οδηγούσαν σε υψηλότερους ναύλα και φόρους.
Η δε κυβέρνηση Σολτς, αντιμέτωπη με ρυθμούς πληθωρισμού που τους τελευταίους μήνες ξεπερνούν τον μέσο όρο της ευρωζώνης, υποστηρίζει ότι είναι πολύ νωρίς για να ανοίξει συζήτηση για ένα σπιράλ τιμών-μισθών στη Γερμανία.
Προς επίρρωση των αδιεξόδων του κυβερνητικού συνασπισμού μεταξύ Σοσιαλδημοκρατών (SDP), Πρασίνων και Φιλελευθέρων (FDP) συνεχίζεται ατελέσφορος, εν μέσω διαφωνιών, ο νέος γύρος διαβουλεύσεων επί μιας σειράς θεμάτων. Στο επίκεντρο είναι η χρηματοδότηση του βασικού επιδόματος τέκνων, η ταχύτερη επέκταση των αυτοκινητοδρόμων (την οποία προκρίνει το FDP) και το σχέδιο του Πράσινου υπουργού Οικονομίας, Ρόμπερτ Χάμπεκ, για άμεση αντικατάσταση των καυστήρων πετρελαίου και φυσικού αερίου στα κτίρια εν μέσω αντιδράσεων της αγοράς, αλλά και φόβων για ελλείψεις σε προμήθειες ακόμη και τον επόμενο χειμώνα.
Αυτά εν μέσω κραδασμών στην Deutsche Bank και πιέσεων από το FDP και από τον αρχηγό του, υπουργό Οικονομικών Κρίστιαν Λίντνερ, προς όλα τα υπουργεία για ιεράρχηση των δημοσίων δαπανών και συμμόρφωση με το «φρένο χρέους».
