Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μόλις λίγο περισσότερο από το ένα τρίτο του αυστριακού πληθυσμού πιστεύει σήμερα ότι το πολιτικό σύστημα στη χώρα λειτουργεί καλά και αυτό είναι το χαμηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί μέχρι τώρα, ενώ περισσότεροι από ποτέ είναι εκείνοι οι πολίτες που θέλουν έναν «ισχυρό ηγέτη», όπως διαπιστώνει το νέο ετήσιο «Παρατηρητήριο Δημοκρατίας», η έκθεση που συντάσσει κάθε χρόνο, από το 2018 και μετά, το έγκυρο Ινστιτούτο Ερευνας Κοινής Γνώμης SORA.

Σύμφωνα με αυτό, οι επιπτώσεις των πολλαπλών κρίσεων είναι «σχετικά δραματικές» σε όλες τις πληθυσμιακές ομάδες, με την κύρια αιτία της μείωσης της εμπιστοσύνης να βρίσκεται στον πληθωρισμό και τις συνέπειες των διαφόρων σκανδάλων πολιτικών συναλλαγών.

Η εικόνα μιας πενταετίας είναι η πλέον δραματική τώρα, όπου οι κρίσεις γενικά -και οι κυβερνητικές κρίσεις ειδικότερα- διαδέχονται η μία την άλλη και το ποσοστό ικανοποίησης με την πολιτική έχει πέσει κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2018, όταν ήταν στο 64%, όπως σημειώνει ο Γκιούντερ Ογκρις, διευθύνων σύμβουλος του Ινστιτούτου.

Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς μειώθηκε επίσης από έτος σε έτος: από τους ερωτηθέντες στην έρευνα, το 33% (μείωση κατά εννέα ποσοστιαίες μονάδες) εμπιστεύονται σήμερα την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, το 38% (μειωμένο κατά οκτώ ποσοστιαίες μονάδες) το Κοινοβούλιο και το 53% (κάτω έξι ποσοστιαίες μονάδες) τον ομοσπονδιακό πρόεδρο.

Ειδικά, το ένα τρίτο του πληθυσμού, οι οικονομικά ασθενέστεροι θεωρούν ότι, ως «άνθρωποι δεύτερης κατηγορίας», δεν μπορούν να επηρεάσουν τη διαμόρφωση της πολιτικής, αισθανόμενοι ότι δεν εκπροσωπούνται στο Κοινοβούλιο.

Αντίθετα, η εμπιστοσύνη στο δικαστικό σώμα, την αστυνομία και τις υπηρεσίες παρέμεινε σταθερή, τα πέντε χρόνια της έρευνας, σύμφωνα με την οποία η απώλεια εμπιστοσύνης αφορά σχεδόν αποκλειστικά τα δημοκρατικά εκλεγμένα αντιπροσωπευτικά όργανα.

«Γι’ αυτό πρέπει στην πραγματικότητα να γίνεται λόγος για κρίση εκπροσώπησης», τονίζει η Μαρτίνα Τσαντονέλα, επιστημονική διευθύντρια του Ινστιτούτου, επισημαίνοντας πως αυτό περιλαμβάνει, επίσης, τα κόμματα: το 2018, το 13% των ανθρώπων δεν έβρισκε ένα κόμμα που να εκπροσωπούσε τις πολιτικές τους ανησυχίες, τώρα, το ποσοστό αυτό έχει ανέλθει στο 38%.

Ως το πιο πιεστικό πολιτικό τους μέλημα αυτή τη στιγμή, οι περισσότεροι άνθρωποι δηλώνουν ότι ανησυχούν για τον πληθωρισμό (42%), ακολουθούμενο από την οικονομική ανισότητα (20%), την κλιματική αλλαγή (15%), τον πόλεμο στην Ουκρανία (14%), τη μετανάστευση και την ένταξη (13%).

Ενδιαφέρον είναι ότι η «ανησυχία» κυριαρχεί σχεδόν σε όλα τα θέματα, ένας σημαντικός αριθμός των ανθρώπων είναι «θυμωμένοι», που βασικά σημαίνει -σύμφωνα με την έρευνα- ότι το πολιτικό σύστημα και οι πολιτικοί παράγοντες δεν είναι πλέον σε θέση να ασχοληθούν με τα επείγοντα ζητήματα και να προβούν σε ενέργειες που με οποιονδήποτε τρόπο εμπνέουν εμπιστοσύνη.

Ωστόσο, η έντονη πτώση της εμπιστοσύνης στο σύστημα οφείλεται κυρίως στην κατάρρευσή της στα μεσαία και ανώτερα τρίτα του εισοδήματος, καθώς, ενώ το κατώτερο τρίτο των εισοδημάτων είχε εδώ και καιρό την εντύπωση ότι η δημοκρατία «δεν τηρεί τις υποσχέσεις της», το ζήτημα της ισότητας έφτασε για πρώτη φορά στη μέση της κοινωνίας.

«Δεν έχει να κάνει τόσο πολύ με το να βιώνεις εσύ την υποτίμηση από το πολιτικό σύστημα, εδώ όλο και περισσότεροι άνθρωποι έχουν την εντύπωση ότι οι ευκατάστατοι αποφασίζουν για το τι πρέπει να συμβεί», σημειώνουν οι αρμόδιοι της έρευνας.

Ως προς την «ανάγκη» για έναν «ισχυρό ηγέτη», οι ίδιοι επισημαίνουν ότι μόνον περίπου το 46% δεν συμφωνεί καθόλου με την ερώτηση «θα έπρεπε να υπάρχει ένας ισχυρός ηγέτης που δεν χρειάζεται να ανησυχεί για το Κοινοβούλιο και τις εκλογές» και πως για πρώτη φορά από το 2018 δεν υπάρχει πλέον απόλυτη πλειονότητα που να απορρίπτει μια τέτοια εκδοχή -το αντίστοιχο ποσοστό πριν από έναν χρόνο ήταν 56%.

Ταυτόχρονα, ωστόσο, η ίδια η δημοκρατία δεν έχει χάσει σε αποδοχή της, τονίζει η Μαρτίνα Τσαντονέλα, καθώς, κατά τη διάρκεια των πέντε ετών της έρευνας, σχεδόν εννέα στους δέκα Αυστριακούς πιστεύουν ότι -παρά ορισμένα προβλήματα- είναι η καλύτερη μορφή διακυβέρνησης και πως «τα καλά νέα είναι ότι το πέντε τοις εκατό των αυταρχικών που δεν θέλουν δημοκρατία και θέλουν αλλαγή συστήματος παρέμειναν σταθερά από το 2018».