Φιλίπ Λεγκρέν*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Fuite en avant» είναι μια υπέροχη γαλλική έκφραση που είναι δύσκολο να μεταφραστεί στα αγγλικά. Κυριολεκτικά σημαίνει «πτήση προς τα εμπρός». Μεταξύ των καλύτερων αποδόσεων αυτής της έκφρασης περιλαμβάνονται οι: «φυγή προς τα εμπρός», «πανικόβλητος καταναγκασμός προς την επιδείνωση μιας κρίσης» ή ακόμη «ασυνείδητη ώθηση κάποιου σε έναν επίφοβο κίνδυνο».

Αντιμέτωπο με την αρπαγή της εξουσίας από το Βερολίνο -έτσι ώστε η αναδόμηση της ευρωζώνης να γίνει σύμφωνα με τις γερμανικές επιταγές- το Παρίσι απάντησε με μια τελειότατη «fuite en avant». Πρότεινε ακόμη πιο στενούς δεσμούς με τη Γερμανία έτσι ώστε να επιχειρηθεί ο περιορισμός της ζημιάς που ήδη έχει γίνει από τους υπάρχοντες δεσμούς. Ωστόσο όταν ένας γάμος είναι χάλια και το διαζύγιο δεν μελετάται, μήπως θα ήταν καλύτερο να υπάρχουν ξεχωριστά υπνοδωμάτια;

Για να είμαστε δίκαιοι με τον Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ, η «φυγή προς τα εμπρός», προς μία ακόμη πιο στενή σχέση ήταν η προεπιλεγμένη απάντηση στις προηγούμενες κρίσεις που αντιμετώπισε η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ετσι και σήμερα δείχνει φυσιολογικά η πιο κοινή συνταγή.

Εάν η δημοσιονομική και πολιτική ένωση είναι πραγματικά αναγκαία για την επιβίωση της ευρωζώνης, όπως πολλοί υποστηρίζουν, η πρότασή του για μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της ευρωζώνης που θα λειτουργεί ως δημοσιονομικό ταίρι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και (ψιθυρίστε σιγά) θα χαλιναγωγεί τη γερμανική ισχύ έχει νόημα. Ο υπουργός Οικονομικών της Ιταλίας εισηγήθηκε κάτι ανάλογο.

Το να δημιουργείς όμως μια κυβέρνηση στην ευρωζώνη προκειμένου να γεφυρώσεις τους οικονομικούς και πολιτικούς διαχωρισμούς που όξυνε η κρίση είναι σαν να βάζει το κάρο μπροστά από το άλογο.

Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, είναι σαν αναζητείται μια θεσμική λύση σε μια πολύ βαθύτερη πολιτική διαμάχη. Ναι, οι εύρυθμοι κοινοί θεσμοί θα κάνουν τη δυσλειτουργική νομισματική ένωση της Ευρώπης να λειτουργήσει καλύτερα. Ο φεντεραλισμός δουλεύει άλλωστε τέλεια στις ΗΠΑ και αλλού.

Ομως αυτό συμβαίνει επειδή εκεί υπάρχει μια ευρεία πολιτική αποδοχή της νομιμότητας αυτών των ομοσπονδιακών θεσμών – που με τη σειρά της οφείλεται στο γεγονός ότι οι ΗΠΑ είναι ένα κράτος-έθνος με σημαντική την αίσθηση της αποδοχής του πλειοψηφικού δημοκρατικού κανόνα. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς το μοίρασμα μιας κυβέρνησης από τη Γερμανία και τη Γαλλία, αδύνατο από τη Γερμανία και την Ελλάδα.

Πλήθη Ευρωπαίων δυστυχούν σήμερα με τον τρόπο που λειτουργεί η ευρωζώνη. Αρκετοί δεν εμπιστεύονται τις εθνικές τους ελίτ, πόσο μάλλον τις ευρωπαϊκές.

Τα στερεότυπα

Ατυχώς η κρίση αναβίωσε παλιά στερεότυπα, όπως οι τεμπέληδες Νότιοι, και δημιούργησε νέες κατηγορίες, ειδικά για κλοπή της εθνικής δημοκρατίας από την τρόικα.

Είναι αλήθεια λύση η συγκέντρωση περισσότερων εξουσιών στις Βρυξέλλες, με τη Γαλλία και τις άλλες χώρες να προσφέρουν ακόμη μεγαλύτερο έλεγχο στο οικονομικό τους πεπρωμένο; Είναι αυτό για το οποίο οι Γάλλοι κραυγάζουν; Η διακυβέρνηση της ευρωζώνης δεν είναι αποτελεσματική γι’ αυτό ας έχουμε περισσότερη; Λαμπρά.

Η φαντασίωση του Παρισιού είναι ότι η κυβέρνηση της ευρωζώνης θα διαμορφωθεί από τη Γαλλία. Αλλά γιατί να συμβεί αυτό; Το Βερολίνο κυβερνά σήμερα την ευρωζώνη και δύσκολα θα υποταγεί σ’ έναν γαλλο-γερμανικό θεσμό στις Βρυξέλλες.

Οταν οι Γερμανοί αξιωματούχοι μιλούν για δημοσιονομική ένωση, αυτό που έχουν στο μυαλό τους δεν είναι το κεϊνσιανό υπουργείο Οικονομικών που η Γαλλία θα επιθυμούσε, αλλά ένας υπερεθνικός δημοσιονομικός δυνάστης που θα ξαναγράψει τους εθνικούς προϋπολογισμούς κατά τη βούλησή τους.

Και αυτό θα είχε αποτέλεσμα την επέκτασης της γερμανικής ισχύος και όχι την αναγέννηση της γαλλικής επιρροής.

Παραδοσιακά η Γερμανία έδειξε απροθυμία να προχωρήσει στις ευρωπαϊκές πολιτικές μόνη της. Χρειαζόταν πάντα να περπατά μαζί με τη Γαλλία, χέρι με χέρι, προκειμένου να καθησυχάζει τους φόβους ότι θα επιχειρήσει να κυριαρχήσει εκ νέου στην Ευρώπη.

Σήμερα όμως το Βερολίνο επιζητεί ανοιχτά πλέον μια γερμανική Ευρώπη. Διαθέτει έναν συνασπισμό προθύμων –γερμανικών δορυφόρων όπως η Ολλανδία και η Σλοβακία- να προσφέρουν την πολιτική κάλυψη στη μονομέρειά της. Η δημιουργία της πολιτικής της δείχνει πολύ πιο ενωμένη, σίγουρη και αποφασισμένη να πάρει αυτό που επιζητά σε σχέση με τη Γαλλία.

Ετσι, έως ότου το Παρίσι επιδιώξει τη ρήξη, το Βερολίνο θα συνεχίσει να βρίσκεται στη θέση του οδηγού.

Ο βετεράνος υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε -η απειλή του οποίου να εκδιώξει την Ελλάδα από την ευρωζώνη τον κατέστησε δημοφιλέστερο συντηρητικό πολιτικό της Γερμανίας- επιθυμεί να απογυμνώσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή από τις δημοσιονομικές της εξουσίες, σύμφωνα με τις αποκαλύψεις της γερμανικής συντηρητικής εφημερίδας Frankfurter Allgemeine Zeitung.

Ο Σόιμπλε πιστεύει ότι η Κομισιόν, που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει τα κοινά ευρωπαϊκά συμφέροντα, είναι πολύ «πολιτική» επειδή τόλμησε να πάρει κάποιες αποστάσεις από τη σκληρή στάση της Γερμανίας προς την Ελλάδα.

Η Επιτροπή έδειξε ακόμη κάποιο βαθμό ευελιξίας στην επιβολή των δημοσιονομικών κανόνων, οι οποίοι είχαν σκληρύνει σημαντικά λόγω της επιμονής της Γερμανίας.

Ο Σόιμπλε θέλει τώρα να δημιουργήσει ένα ανεξάρτητο σώμα επιβολής των δημοσιονομικών κανόνων που θα αντικαταστήσει την Κομισιόν. Κάτι τέτοιο θα βάλει τη δημοσιονομική πολιτική σε έναν αυτόματο πιλότο λιτότητας, χωρίς καμιά προσοχή στις επενδύσεις ή την απόκριση σε μικρά ζητήματα όπως ο οικονομικός κύκλος ή οι εκλογές.

Το Συμβούλιο των Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων της Γερμανίας, ένα ανεξάρτητο σώμα που συμβουλεύει την κυβέρνηση («Οι πέντε σοφοί»), υποστήριξε από την πλευρά του τη θέση του Σόιμπλε ότι η Ελλάδα έπρεπε να φύγει από το ευρώ προκειμένου να έχει ελάφρυνση του χρέους της.

Σε μια νέα ειδική έκθεσή του προτείνει την επισημοποίηση αυτής της απειλής, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι μια χώρα που παραβιάζει τους δημοσιονομικούς κανόνες και «αποτυγχάνει συνεχώς να συνεργαστεί» θα έπρεπε να βγαίνει από τη νομισματική ένωση. Κάτι τέτοιο όμως είναι ενάντιο στην πορεία της ευρωζώνης προς την πολιτική ένωση. Φανταστείτε τι θα γινόταν αν η Καλιφόρνια αντιμετώπιζε την απειλή εκδίωξής της από τη ζώνη του δολαρίου επειδή εξέδωσε IOUs το 2000.

Πάνω απ’ όλα αυτά όμως η Γερμανία επιθυμεί να ελαχιστοποιήσει τον αναπόφευκτο διασυνοριακό επιμερισμό του κινδύνου που η κοινή νομισματική πολιτική και το κοινό σύστημα πληρωμών εμπεριέχουν.

Θέση η οποία διαμόρφωσε και τον τρόπο με τον οποίο η ΕΚΤ εφάρμοσε την πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης. Αυτό το γερμανικό ευρώ εξελίσσεται έτσι σε ένα σύστημα νομισματικών συμβουλίων (system of currency boards), όπως ο Γουίλιαν Μπούιτερ, επικεφαλής οικονομολόγος της Citigroup, παρατήρησε.

Ομως ένα ακραία άκαμπτο και επικίνδυνα ασταθές σύστημα συναλλαγματικών ισοτιμιών δεν είναι αυτό που η Γαλλία και οι άλλες χώρες υπέγραψαν στη Συμφωνία του Μάαστριχτ (η οποία δημιούργησε το ευρώ), σημειώνει ο Σαχίν Βαλέ, πρώην σύμβουλος του υπουργού Οικονομικών της Γαλλίας και του προηγούμενου προέδρου της Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Ετσι, αντί για φυγή προς τα εμπρός (fuite en avant), αντί για συναίνεση στους νεοφιλελεύθερους σχεδιασμούς της Γερμανίας, η γαλλική, η ιταλική και οι άλλες ομοϊδεάτισσες κυβερνήσεις μαζί με Ευρωπαίους όλου του πολιτικού φάσματος πρέπει να κάνουν ένα βήμα πίσω και να σκεφτούν: Είναι η τρέχουσα κατάσταση στην ευρωζώνη αποδεκτή, πόσο μάλλον βιώσιμη;

Θα οδηγήσουν οι γερμανικές προτάσεις τη νομισματική ένωση προς τη σωστή κατεύθυνση; Είναι σοφό να αφεθεί η κριτική μιας δυσλειτουργικής ένωσης στη ριζοσπαστική Αριστερά και τη ρατσιστική Ακροδεξιά; Αν η απάντηση σε αυτές τις τρεις ερωτήσεις είναι όχι –και οφείλει να είναι- τότε θα πρέπει να εξεταστούν και άλλες επιλογές.

Για να χρησιμοποιήσω μια άλλη γαλλική φράση, ήλθε η ώρα να ξεφύγουμε από την pensée unique («ομαδική σκέψη») για το πώς θα γίνει η λειτουργία της Ευρώπης καλύτερη. Η περισσότερη ολοκλήρωση δεν είναι πάντα η λύση. Στην πραγματικότητα μπορεί να κάνει τα πράγματα χειρότερα.

Ας το παραδεχτούμε: Οι διαφορές μεταξύ της γερμανικής ορντολιμπεραλιστικής ιδέας της δημοσιονομικής πολιτικής και του γαλλικού κεϊνσιανισμού είναι ασυμβίβαστες. Το Βερολίνο επιθυμεί ένα υδατοστεγές σύστημα κανόνων που απογυμνώνει τους φορείς χάραξης πολιτικής από τη διακριτική ευχέρεια, ενώ για το Παρίσι η οικονομική και πολιτική διακριτική ευχέρεια είναι υπερυψίστης σημασίας.

Από τη στιγμή που οι Γερμανοί αποδίδουν τη μεταπολεμική οικονομική επιτυχία τους στον ορντολιμπεραλισμό δύσκολα θα συμβιβαστούν σε αυτό. Ειδικά επειδή οι ίδιοι έχουν διηγηθεί στους εαυτούς τους μια ιστορία ηθικής για την κρίση, βάσει της οποίας η συμπεριφορά τους είναι ενάρετη και των άλλων αμαρτωλή.

Ο ορντολιμπεραλισμός όμως δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν αρχή διακυβέρνησης μιας νομισματικής ένωσης διαφορετικών πολιτισμικών παραδόσεων και αποκλινουσών οικονομιών. Ούτε είναι βιώσιμος σε μια ανισόρροπη οικονομία 10 τρισ. ευρώ με τον μερκαντιλιστικό γερμανικό πυρήνα της να αναθέτει τη σταθεροποίησή της στον υπόλοιπο κόσμο.

Ζητείται ευελιξία

Κατά συνέπεια γιατί άραγε να μην επιτραπεί μια μεγαλύτερη ευελιξία σε εθνικό επίπεδο; Η Γερμανία μπορεί να προωθήσει μια οικονομική πολιτική και η Γαλλία άλλη.

Η παραδοσιακή διαφωνία κατά της δημοσιονομικής ευελιξίας είναι ότι ο υπερβολικός γαλλικός δανεισμός θα οδηγήσει σε υψηλότερα επιτόκια για τη γερμανική κυβέρνηση. Η κρίση όμως έδειξε το αντίθετο. Τα κεφάλαια πλημμύρισαν τη Γερμανία εκλαμβάνοντας αυτήν ως ασφαλή επενδυτικό παράδεισο και οδήγησαν σε πτώση τις αποδόσεις των γερμανικών ομολόγων.

Το νεότερο αναβαθμισμένο επιχείρημα κατά της δημοσιονομικής ευελιξίας είναι ότι λόγω της διάσωσης της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας καθώς και της δημιουργίας του μόνιμου μηχανισμού διάσωσης (ΕSΜ), η Γερμανία θα μπορούσε να είναι υπεύθυνη για τα χρέη όλων των άλλων. (Δεν έχει σημασία το ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για καλυμμένη διάσωση των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών.)

Και επειδή η υπευθυνότητα απαιτεί τον έλεγχο, η Γερμανία πρέπει να ελέγχει όλους τους προϋπολογισμούς της ευρωζώνης.

Ομως γιατί αντί γι’ αυτό να μην επανέλθει η «ρήτρα μη διάσωσης» της Συνθήκης του Μάαστριχτ, βάσει της οποίας οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να διασώζουν τις ομόλογες τους; Σε τελευταία ανάλυση ήταν βασικό αίτημα της Γερμανίας όταν διαμορφώθηκε η συνθήκη. Σήμερα η ρήτρα αυτή θα μπορούσε να γίνει πιο αξιόπιστη με τη δημιουργία ενός μηχανισμού αναδιάρθρωσης των χρεών των αφερέγγυων κρατών.

Με αυτόν τον τρόπο, το χρέος της Ελλάδας προς τους ιδιώτες πιστωτές θα είχε διαγραφεί το 2010, αντί να αντικατασταθεί με χρέος προς τους Ευρωπαίους φορολογουμένους.

Για την επιπλέον ενίσχυση της πειθαρχίας της αγοράς, οι κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών -που λανθασμένα μεταχειρίζονται τα χρέη όλων των κυβερνήσεων σαν να μην έχουν ρίσκο και δεν βάζουν κάποιο όριο στις θέσεις των τραπεζών σε αυτά- θα πρέπει να αλλάξουν.

Μια τέτοια επιλογή θα αφαιρούσε από τις τράπεζες το κερδοσκοπικό κίνητρο των ταυτόχρονων αγορών και πωλήσεων γερμανικών και ελληνικών ομολόγων. Στοιχεία αυτής έχουν προταθεί από το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων της Γερμανίας και από τον πρόεδρο της Bundesbank Γενς Βάιτμαν. Αν ένα τέτοιο σχέδιο έμπαινε σε εφαρμογή, η μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία σε εθνικό επίπεδο όφειλε να γίνει δεκτή ακόμη και από τη Γερμανία. Εθνική υπευθυνότητα, εθνικός έλεγχος.

Μια τέτοια ευελιξία θα είχε τεράστια πλεονεκτήματα. Θα προσέφερε στις κυβερνήσεις που μοιράζονται ένα νόμισμα μια πολύ μεγάλη ευκαιρία για να αποκαταστήσουν τις μεταξύ τους οικονομικές αποκλίσεις και να δανείζονται για να επενδύσουν εφόσον το επιθυμούν.

Θα προσέφερε ακόμη σε κυβερνήσεις με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις και σε χώρες με διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις την ευκαιρία να ζήσουν κάτω από την κοινή στέγη του ευρώ ειρηνικά.

Μεταξύ του γερμανικού μάντρα που λέει ότι κάθε κυβέρνηση θα πρέπει να βάζει σε τάξη τα του οίκου της και της αποδοχής ότι υπάρχουν αποκλίνουσες απόψεις για το πώς μπορεί να γίνει αυτό υπάρχει μόνον ένα μικρό βήμα.

Ιδανικά, θα έπρεπε να δοθεί η εντολή στην ΕΚΤ να δρα ως πιστωτής της ύστατης καταφυγής για φερέγγυες κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν πρόβλημα ρευστότητας – και η γνώση αυτής της εντολής θα είναι αρκετή ώστε να την εμποδίζει από την ανάγκη παρέμβασης.

Ευέλικτη ευρωζώνη είναι καλά οικονομικά και ισχυρές πολιτικές. Αντίθετα η επιβολή ενός ενιαίου, άκαμπτου και βαθιά προβληματικού γερμανικού μοντέλου στην ευρωζώνη δεν είναι. Από την άλλη πλευρά, μια γαλλικού στιλ διακυβέρνηση της ευρωζώνης είναι όνειρο θερινής νυκτός. Και η μοναδική άλλη επιλογή είναι βέβαια η διάλυση.