Το Κοινωνικό ΕΚΑΒ πραγματοποίησε πρόσφατα δύο ανθρωπιστικές αποστολές** στην Ουκρανία. Κατόπιν επικοινωνίας με νοσοκομεία της Οδησσού και του Λβιβ συγκεντρώσαμε τον ιατρικό εξοπλισμό και τα φάρμακα, τα οποία βρίσκονταν σε έλλειψη στα νοσοκομεία αυτά.
Σκοπός των αποστολών ήταν η παράδοση του υλικού απευθείας στα νοσοκομεία και η διερεύνηση για περαιτέρω υποστήριξη, βάσει αναγκών που θα διαπιστώναμε οι ίδιοι. Οι στόχοι μας επετεύχθησαν. Επισκεφτήκαμε τα νοσοκομεία, οι γιατροί μάς ξενάγησαν στους θαλάμους τραυματιών και ασθενών και ενημερωθήκαμε για τις ανάγκες τους. Πραγματοποιήσαμε συναντήσεις με δημοτικές αρχές, με άλλες ανθρωπιστικές οργανώσεις, με την ελληνική εκκλησία, με τον Ελληνα πρόξενο στην Οδησσό και με άλλους τοπικούς φορείς.
Οι δύο αυτές πόλεις δεν βρίσκονται στο επίκεντρο των πολεμικών συγκρούσεων και τα συναισθήματα φόβου και ανάληψης ρίσκου που είχαμε ξεκινώντας μετριάστηκαν σύντομα. Ωστόσο η ένταση του άγνωστου και του απροσδόκητου «κακού» που μπορεί να συμβεί ξαφνικά ήταν πάντα στο μυαλό μας και μας κρατούσε σε μια συνεχή επαγρύπνηση. Αλλά αυτό που μας εντυπωσίασε είναι ότι η πρόσληψη που είχαμε πριν από την αποστολή ήταν αρκετά διαφορετική από αυτό που είδαμε και ζήσαμε.
Η εικόνα που μεταφέρεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης είναι εκείνη μιας δραματικής ολιστικής καταστροφής. Στις πόλεις που επισκεφτήκαμε όχι μόνο δεν γίναμε μάρτυρες αυτής της δραματικής καταστροφής, αλλά θα τολμούσαμε να πούμε ότι η ζωή είχε έναν σχετικά κανονικό ρυθμό. Δεν υπήρχαν ελλείψεις σε τρόφιμα, δεν υπήρχαν κατεστραμμένα κτίρια κ.λπ. Αυτό που θύμιζε πόλεμο ήταν τα αναχώματα κατά μήκος των δρόμων και γύρω από τα ιστορικά μνημεία, τα μπλόκα και οι περιπολίες Ουκρανών στρατιωτών, η αυστηρή απαγόρευση κυκλοφορίας από τις 10 το βράδυ μέχρι τις 6 το πρωί.

Οι σειρήνες ηχούσαν κατά διαστήματα, αλλά μας δημιουργούσαν περισσότερο αμηχανία παρά φόβο. Ενώ αναρωτιόμασταν πού θα βρούμε τα καταφύγια αν υπάρξει βομβαρδισμός, τις περισσότερες φορές οι περαστικοί συνέχιζαν τον δρόμο τους σαν να μην είχαν ακούσει τίποτα.
Στις συζητήσεις που είχαμε με πολλούς ανθρώπους εκδηλωνόταν μια διάχυτη αγωνία τόσο για το άμεσο όσο και για το απώτερο μέλλον. Η άμεση αγωνία ήταν αν οι Ρώσοι θα περιοριστούν στο Ντονμπάς ή θα προσπαθήσουν να επεκταθούν δυτικά, ειδικά αν θα επιτεθούν στην Οδησσό. Και μετά ερχόταν το ερώτημα για την Ουκρανία τού αύριο.
Σε ένα πρώτο επίπεδο όλοι έδειχναν να πιστεύουν ότι ο πόλεμος θα είναι μόνο μια κακή παρένθεση και ότι μετά όλα θα επιστρέψουν στην προηγούμενη κατάσταση. Σε διάφορες συζητήσεις όμως αισθανθήκαμε σαφώς ότι αυτό έμοιαζε μόνο με μια ευχή. Κατά βάθος ο καθένας διαισθάνεται ότι αύριο τίποτα δεν θα είναι όπως πριν. Αλλά αυτή η συζήτηση είναι επώδυνη και δύσκολα ανοίγει. Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πόσο διαφορετική είναι η κατάσταση στην Οδησσό και στο Λβιβ.
Από την ίδρυσή της τον 13ο αιώνα μέχρι το 1918 η Λβιβ πέρασε από διάφορα καθεστώτα, κυρίως υπό αυστριακή κυριαρχία, χωρίς ποτέ να ανήκει σε μια ουκρανική οντότητα. Μετά το 1918 εντάχτηκε στην Πολωνική Δημοκρατία και το διάστημα 1941-1944 στο Γενικό Κυβερνείο της Πολωνίας, μόρφωμα που οι ναζιστές κατέστησαν «ημιαυτόνομο».
Στην ουσία αυτή η πόλη, γνωστή επί αιώνες με το γερμανικό της όνομα Lwów, είναι ουκρανική μόνο από το 1944, όταν προσαρτήθηκε στην Ουκρανική Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία με τη ρωσική της ονομασία Lvov και πιο πρόσφατα με την ουκρανική εκδοχή Lviv. Αν και όλοι οι εκεί κάτοικοι μιλούν ρωσικά, οι περισσότεροι επιλέγουν από εθνική περηφάνια να εκφράζονται στα ουκρανικά.
Σε αντίθεση, η Οδησσός είναι ιστορικά κατεξοχήν ρωσική πόλη. Ιδρύθηκε τον 18ο αιώνα από τη Μεγάλη Αικατερίνη και υπήρξε επί μακρόν Ελεύθερος Λιμένας πριν από τη σοβιετική περίοδο, καθεστώς στο οποίο επανήλθε το 2000. Το γεγονός αυτό εξηγεί την πολυπολιτισμικότητα της πόλης, που συμπεριλαμβάνει και ένα ισχυρό ελληνικό στοιχείο. Ολοι στην Οδησσό μιλάνε ρωσικά και χρησιμοποιούν αυτή τη γλώσσα στην καθημερινότητα.
Ακόμη και τα έγγραφα επικοινωνίας με τα νοσοκομεία ήταν γραμμένα στα ρωσικά. Το ιδιαίτερο ιστορικό καθεστώς της Οδησσού μάς δίνει το κλειδί για να κατανοήσουμε την ονομασία μιας οργάνωσης που επισκεφτήκαμε: «Η Οδησσός όπως ήταν». Πολλοί κάτοικοι αυτής της πόλης φαίνεται να έχουν έντονη συνείδηση της ιστορική τους ιδιαιτερότητας και θέλουν να τη διατηρήσουν. Στην πόλη αυτή δεν είναι αισθητή καμία εκδήλωση υπερεθνικισμού, όπως συναντήσαμε κάποια δείγματα στη Λβιβ.
Στην Οδησσό ενημερωθήκαμε από τον αντιδήμαρχο ότι η πόλη είχε υποδεχτεί εκείνες τις ημέρες 200.000 πρόσφυγες από το ανατολικό μέτωπο, μεταξύ αυτών πολλούς τραυματίες. Οι ανάγκες, όπως αυτές μας παρουσιαστήκαν από τους γιατρούς των νοσοκομείων, είναι αυξημένες και ήταν εμφανής η ανακούφιση κατά την παραλαβή του υλικού (αναπνευστήρες χειρουργείου, απινιδωτές, καρδιογράφοι, μόνιτορ, φάρμακα κ.λπ.). Ωστόσο δεν γίναμε μάρτυρες ενός μαζικού προσφυγικού κύματος, συγκρίσιμου για παράδειγμα με αυτό που ζήσαμε σε άλλες περιστάσεις, όπως π.χ. στον πόλεμο του Κοσόβου.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί η ένταση της πολεμικής προπαγάνδας. Οι περισσότερες από τις γιγαντοαφίσες στους δρόμους δεν διαφήμιζαν προϊόντα, αλλά απεικόνιζαν φωτογραφίες και συνθήματα πολέμου. Το πνεύμα των συνθημάτων αυτών εξήρε με διθυραμβικό τρόπο τη δύναμη και τις νίκες του ουκρανικού στρατού. Δεν έλειπαν επίσης οι αφίσες με την επίκληση στον Θεό για τη νικηφόρα έκβαση του πολέμου.
Ομως αυτές οι στομφώδες αφίσες υποκρύπτουν μια πιο σύνθετη πραγματικότητα. Αρκετοί Ουκρανοί πολίτες, κυρίως στην Οδησσό, έδειχναν προβληματισμένοι με την πορεία των πραγμάτων. Με όσους μιλήσαμε, ακόμα και με στρατιωτικούς, κοινή ήταν η διαπίστωση ότι ο πόλεμος μπορεί να συνεχιστεί επί μακρόν, με δεδομένο ότι οι Αμερικανοί τείνουν να μετατρέψουν την Ουκρανία σε ένα πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ Ρωσίας και Δύσης.

Κατά την επίσκεψή μας σε μια αποθήκη ανθρωπιστικής βοήθειας κάποιοι από τους εργαζόμενους που συζητούσαν για τη στρατιωτική βοήθεια μας είπαν χαρακτηριστικά: «Μας έχουν δώσει τόσα όπλα που μπορούμε να πολεμάμε με τους Ρώσους για τα επόμενα 10 χρόνια!». Και ένας δημοτικός υπάλληλος πρόσθεσε με ένα ανεπαίσθητο μειδίαμα: «Ο Μπάιντεν είναι αποφασισμένος να πολεμήσει τον Πούτιν μέχρι… και τον τελευταίο Ουκρανό». Σε μια άλλη περίσταση η συζήτηση με μια ομάδα Ουκρανών κύλησε στον σχολιασμό της μόνιμης στρατιωτικής φανέλας του Ζελένσκι, ενώ δεν είναι στρατιωτικός, ούτε μετέχει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οι περισσότεροι αποφάνθηκαν ότι με τον τρόπο αυτό θέλει να σηματοδοτήσει πως η χώρα είναι σε πόλεμο. Κάποιος όμως πρόσθεσε, χωρίς να διαφαίνεται αν το έλεγε ειρωνικά ή όχι: «Και ας μην ξεχνάμε ότι είναι καλός ηθοποιός».
Κάνοντας τον απολογισμό αυτών των δύο αποστολών θεωρούμε ότι σωστά πράξαμε συμβάλλοντας στην αλληλεγγύη για τον δοκιμαζόμενο ουκρανικό λαό, παρότι οι δυνατότητές μας ήταν περιορισμένες και η κύρια δράση του Κοινωνικού ΕΚΑΒ στρέφεται κατά του κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα. Συζητήσαμε επίσης ενδεχόμενα επόμενα βήματα. Κρίσιμη διαπίστωση είναι ότι στη δυτική Ουκρανία υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις, αλλά η ανθρωπιστική τραγωδία διαδραματίζεται στην ανατολική Ουκρανία.
Εκεί υπάρχουν οι ζωτικές ανάγκες, στο μέτωπο και προφανώς ειδικά από την άλλη πλευρά του. Πώς να πάμε όμως εκεί; Θα μας άφηναν οι Ρώσοι; Αλλά θα έπρεπε να πείσουμε και τους «δικούς μας»! Κάποιος πέταξε στη συζήτηση: «Μην ξεχνάμε ότι το Ελληνικό Τμήμα των Γιατρών Χωρίς Σύνορα διαγράφτηκε όταν θέλησε να βοηθήσει, μετά τους Αλβανούς Κοσοβάρους, και τους Σέρβους που βομβάρδιζε το ΝΑΤΟ…».
Χρήσιμο είναι να φτάσει στους Ουκρανούς η μέγιστη ανθρωπιστική βοήθεια και να μη χρειαστεί ούτε οι Ουκρανοί να εξαντλήσουν μέχρι τέλους τις δυνατότητες της στρατιωτικής «βοήθειας», ούτε οι Ρώσοι να εξαντλήσουν τις δυνατότητες του γιγάντιου οπλοστασίου τους. Εμείς ευχόμαστε και οι μεν και οι δε να ακολουθήσουν το απόφθεγμα του Τζον Μίλτον: «Η ειρήνη έχει τις δικές της νίκες, όχι λιγότερο δοξασμένες από αυτές του πολέμου».
* γενική διευθύντρια του Κοινωνικού ΕΚΑΒ
**Στις αποστολές συμμετείχαν οι Αλέκα Αρβανίτη, Οδυσσέας Βουδούρης, Μαρία Δημητροπούλου, Νίκος Κωστακόπουλος, Αντώνης Ρήγας και Νίκος Χασιώτης. Στην αποστολή εξοπλισμού και φαρμάκων συμπεριλαμβάνονταν δωρεές του Ωνασείου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου, του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών, του Μητροπολιτικού Κοινωνικού Φαρμακείου και της GIVMED, τους οποίους ευχαριστούμε θερμά.
