Οι ιταλικές δημοτικές εκλογές της Κυριακής αποτέλεσαν μια «γενική δοκιμή» εν όψει των βουλευτικών της ερχόμενης άνοιξης. Συνολικά οι ψηφοφόροι προσήλθαν στις κάλπες σε 978 δήμους, εκ των οποίων πέντε ήταν πόλεις με ιδιαίτερο εθνικό βάρος. Στο Παλέρμο της Σικελίας, στη Λ’ Ακουιλα της κεντρικής Ιταλίας και στη Γένοβα η Κεντροδεξιά (Λέγκα, Φόρτσα Ιτάλια και ακροδεξιά Αδέλφια της Ιταλίας) κατάφερε να επικρατήσει με τον υποψήφιό της από τον πρώτο γύρο.
Στην Πάρμα και στη Βερόνα θα διεξαχθεί δεύτερος γύρος και προβάδισμα έχουν οι προοδευτικοί υποψήφιοι, οι οποίοι επελέγησαν κατά κύριο λόγο από την Κεντροαριστερά, την Ιταλική Αριστερά και τα Πέντε Αστέρια. Οι κάλπες θα ξαναστηθούν στις 26 Ιουνίου και στο Καταντζάρο της Καλαβρίας όπου πρώτος στις προτιμήσεις των πολιτών είναι ο υποψήφιος της Λέγκας και της Φόρτσα Ιτάλια.
Την Κυριακή οι Ιταλοί κλήθηκαν να εκφράσουν τη βούλησή τους και σε πέντε δημοψηφίσματα που αφορούν το δικαστικό σύστημα, με αναφορά, για παράδειγμα, στη δυνατότητα «μεταπήδησης» από τα καθήκοντα του δικαστή σε εκείνα του εισαγγελέα και στην προσπάθεια ακύρωσης του νόμου που στερεί το δικαίωμα του εκλέγεσθαι από τους πολίτες που έχουν καταδικαστεί για μια σειρά σοβαρών αδικημάτων, όπως μαφιόζικη και τρομοκρατική δράση.
Τα ερωτήματα των δημοψηφισμάτων «συγκίνησαν» μόνο το 20% των εχόντων δικαίωμα ψήφου. Κατά συνέπεια (αφού η πλειοψηφία των πολιτών τα αγνόησε), το αποτέλεσμά τους δεν θεωρείται έγκυρο. Πρόκειται για πλήγμα και σαφή απόρριψη της γραμμής των συντηρητικών δυνάμεων -και ιδίως της Λέγκας- οι οποίες στοχεύουν στη συνεχή αποδυνάμωση και στον όσο το δυνατόν μεγαλύτερο έλεγχο του δικαστικού σώματος.
Σε ό,τι αφορά το αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών, τα συμπεράσματα είναι πολυσύνθετα. Από τη μία, είναι σαφές ότι η Κεντροδεξιά κατάφερε να υπερισχύσει σε πόλεις με προοδευτική παράδοση, όπως είναι η Γένοβα, αλλά και στο Παλέρμο, το οποίο κυβερνήθηκε επί σειρά ετών από τον κεντρώο Λεολούκα Ορλάντο, με ξεκάθαρη γραμμή υπέρ της υποδοχής των μεταναστών και της πολυπολιτισμικής ταυτότητας της πόλης.
Η βούληση των ψηφοφόρων, δηλαδή, δείχνει ότι η συμμαχία της Κεντροαριστεράς, της Ιταλικής Αριστεράς και των Πέντε Αστέρων δεν έχει αποκτήσει ουσιαστική δυναμική και ότι αν μέχρι τις βουλευτικές εκλογές δεν αλλάξει κάτι, οι «Δημοκρατικοί» και οι «Πεντάστεροι» κινδυνεύουν να ηττηθούν κατά κράτος. Παράλληλα, όμως, ένα άνοιγμα σε δυνάμεις του μετριοπαθούς Κέντρου θα δημιουργούσε ασυμβίβαστο με την αριστερή πτέρυγα της συμμαχίας, όπως και με την πολιτική δύναμη που ίδρυσε ο Μπέπε Γκρίλο.
Υπάρχουν προβλήματα, όμως, και στο συντηρητικό στρατόπεδο. Αριθμητικά μπορεί να μοιάζει ισχυρότερο, αλλά το θέμα στην περίπτωση αυτή είναι η όλη γραμμή που ακολουθεί: αν στις βουλευτικές εκλογές επικρατήσει η ακραία ρητορική του Ματέο Σαλβίνι ή και της Τζόρτζια Μελόνι (επικεφαλής των Αδελφών της Ιταλίας) δύσκολα ο Μπερλουσκόνι και οι εναπομείναντες συνεργάτες του θα μπορέσουν να συμμαχήσουν μαζί τους για τη σύσταση νέας κυβέρνησης. Και ακόμη πιο δύσκολα οι Βρυξέλλες θα καταφέρουν να συνεργαστούν με δυνάμεις που θεωρούν ότι για σχεδόν όλα τα προβλήματα της χώρας ευθύνονται οι μετανάστες και «οι γραφειοκράτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης».
Πέντε διαφορετικές κάλπες για πέντε… μικρά δημοψηφίσματα που ο ιταλικός λαός απαξίωσε επιδεικτικά
