Χιλιάδες ανθρώπινες ζωές θα είχαν σωθεί, αν το Ηνωμένο Βασίλειο είχε επιβάλει νωρίτερα το πρώτο περσινό λοκντάουν, μετά το ξέσπασμα της πανδημίας. Η δε αρχική διαχείριση της υγειονομικής κρίσης ήταν μια από τις μεγαλύτερες αποτυχίες στον τομέα της δημόσιας υγείας στα βρετανικά χρονικά.
Αυτά είναι τα βασικότερα αρνητικά συμπεράσματα του κοινού, ομόφωνου πορίσματος 151 σελίδων που συνέταξαν και δημοσιοποίησαν χθες δύο διακομματικές κοινοβουλευτικές επιτροπές, με προέδρους τους Συντηρητικούς πρώην υπουργούς Τζέρεμι Χαντ και Γκρεγκ Κλαρκ.
Στο πλαίσιο της εξέτασης της αρχικής αντιμετώπισης του νέου κορονοϊού ώστε τα παθήματα να γίνουν «μαθήματα», οι επιτροπές άκουσαν τις καταθέσεις πενήντα και πλέον μαρτύρων, όπως ο αναγκαστικά παραιτηθείς υπουργός Υγείας, Ματ Χάνκοκ, ο -πάλαι ποτέ πανίσχυρος και επίσης αναγκαστικά παραιτηθείς- κορυφαίος σύμβουλος του Μπόρις Τζόνσον, Ντόμινικ Κάμινγκς, οι επικεφαλής επιστημονικοί και ιατρικοί σύμβουλοι της βρετανικής κυβέρνησης και ηγετικά στελέχη τόσο του προγράμματος εντοπισμού κρουσμάτων και ιχνηλάτησης επαφών (Track and Trace) όσο και της εμβολιαστικής εκστρατείας.
Το πόρισμα καυτηριάζει τη φονική καθυστέρηση στην επιβολή λοκντάουν, που ουσιαστικά ισοδυναμούσε με στρατηγική βίαιης επίτευξης ανοσίας της αγέλης για λόγους αποφυγής ενός καθολικού λουκέτου και προστασίας της οικονομίας, αντί των ανθρώπων. Επικρίνει επίσης τη σοβαρή ανεπάρκεια (αν όχι ανυπαρξία) προετοιμασίας για μια νέα πανδημία (αφού τα σχέδια έκτακτης ανάγκης εδράζονταν στον ιό της γρίπης), τις τεράστιες αρχικές ελλείψεις μέσων ατομικής προστασίας για τους υγειονομικούς, αλλά και τα ολέθρια λάθη που ακολούθησαν.
Πιο χαρακτηριστικά, η ξαφνική μείωση των διαγνωστικών ελέγχων λόγω περιορισμένων δυνατοτήτων, σε αντίθεση με την πετυχημένη πρακτική μαζικής διενέργειας τεστ στον πληθυσμό (όπως έκανε π.χ. η Νότια Κορέα), καθώς και η μοιραία απόφαση να επιστρέφουν από νοσοκομεία σε γηροκομεία ηλικιωμένοι ασθενείς -προκειμένου να αδειάζουν κρεβάτια στο άκρως πιεσμένο NHS (το βρετανικό ΕΣΥ)- χωρίς όμως οι γερόντισσες κι οι γέροντες να υποβάλλονται πιο πριν σε τεστ για Covid.
Οπως αναγράφει μάλιστα το πόρισμα, «το Ηνωμένο Βασίλειο δεν ήταν το μόνο που υπέστη σημαντική απώλεια ζωής σε οίκους ευγηρίας [σ.σ. πάνω από 39.000 θανάτους], ωστόσο η τραγική κλίμακα της απώλειας συγκαταλέγεται στις χειρότερες της Ευρώπης». Επισήμως, οι νεκροί της πανδημίας στη χώρα έχουν ξεπεράσει τους 138.000, αν και πιστεύεται ότι στην πραγματικότητα είναι πολύ περισσότεροι. Εμμέσως πλην σαφώς πάντως, οι δύο επιτροπές ρίχνουν με το γάντι βαρύτερες ευθύνες στους εμπειρογνώμονες που συμβουλεύουν την κυβέρνηση αντί στους ίδιους τους κυβερνώντες Συντηρητικούς, αφήνοντας βολικά να εννοηθεί ότι τα «σοβαρά» λάθη οφείλονται μάλλον σε επιστημονικές εκτιμήσεις, παρά σε πολιτικές αποφάσεις.
Συγκεκριμένα αναφέρουν ότι η κυβέρνηση αποπειράθηκε αρχικά να διαχειριστεί την καταιγιστική εξάπλωση του νέου κορονοϊού, αντί να προσπαθήσει να την ανακόψει με λοκντάουν – γεγονός που αντικατόπτριζε, λέει, την επίσημη εκτίμηση των επιστημόνων ότι η διασπορά ήταν αναπόφευκτη λόγω της περιορισμένης τότε δυνατότητας διαγνωστικών ελέγχων, της ανυπαρξίας εμβολίων ενάντια στην Covid και της αμφιβολίας για το κατά πόσον οι πολίτες θα αποδέχονταν και θα συμμορφώνονταν με ένα πλήρες κλείσιμο της οικονομικής και της κοινωνικής ζωής. Κι έτσι, υπουργοί και επιστήμονες υιοθέτησαν μια «μοιρολατρική» προσέγγιση, που επέτεινε τον απολογισμό των θυμάτων.
Πότε… πείστηκε
Θορυβημένος μόνον όταν το NHS είχε κατακλυστεί πλέον από ασθενείς με Covid, o Μπόρις Τζόνσον επέβαλε τελικά το πρώτο λοκντάουν στις 23 Μαρτίου 2020, δύο ολόκληρους μήνες μετά την πρώτη συνάντηση των μελών της Επιστημονικής Συμβουλευτικής Ομάδας της κυβέρνησης για Εκτακτες Ανάγκες (SAGE) με θέμα την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης. «Αυτή η αργή και σταδιακή προσέγγιση δεν ήταν ακούσια, ούτε αντανακλούσε γραφειοκρατική καθυστέρηση ή διαφωνία ανάμεσα σε υπουργούς και τους συμβούλους τους. Ηταν μια συνειδητή πολιτική, που προτάθηκε από επίσημους επιστημονικούς συμβούλους και υιοθετήθηκε από τις κυβερνήσεις όλων των εθνών του Ηνωμένου Βασιλείου [σ.σ. Αγγλία, Σκοτία, Ουαλία, Βόρεια Ιρλανδία]», επισημαίνουν οι δύο επιτροπές.
«Είναι τώρα ξεκάθαρο ότι αυτή ήταν η λανθασμένη πολιτική κι ότι οδήγησε σε υψηλότερο αρχικό απολογισμό νεκρών. […] Σε μια πανδημία που εξαπλωνόταν γρήγορα και εκθετικά, κάθε βδομάδα μετρούσε. […] Ως αποτέλεσμα, οι αποφάσεις για τα λοκντάουν και τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης -όσο κι οι επιστημονικές συμβουλές που οδήγησαν σε αυτές- κατατάσσονται ως μία από τις πιο σημαντικές αποτυχίες στη δημόσια υγεία που έχει βιώσει ποτέ το Ηνωμένο Βασίλειο», καταλήγει το πόρισμα. Μεταξύ άλλων, αποκαλεί «βραδυκίνητο» το πολυδιαφημισμένο πρόγραμμα Track and Trace (με αστρονομικό προϋπολογισμό 37 δισεκατομμύρια λίρες!) που απέτυχε στην αρχική φάση λειτουργίας του, επιτείνοντας το υγειονομικό χάος, ενώ στα θετικά της κυβερνητικής διαχείρισης εκθειάζει, φυσικά, το ταχύτατο και ιδιαίτερα πετυχημένο πρόγραμμα εμβολιασμού (που χρησιμοποιείται μόνιμα ως πολιτικό άλλοθι για τις εγκληματικές ευθύνες του Τζόνσον και των συν αυτώ).
Στον απόηχο της δημοσιοποίησης του πορίσματος, οι αντιπολιτευόμενοι Εργατικοί στηλιτεύσαν τα «μνημειώδη λάθη» της κυβέρνησης, απαιτώντας την άμεση επίσπευση της δημόσιας έρευνας για τη διαχείριση της πανδημίας που προγραμματίζεται να αρχίσει… του χρόνου. Ζήτησαν επίσης να βρει η κυβέρνηση το «φιλότιμο» να ζητήσει συγγνώμη από τις οικογένειες των δεκάδων χιλιάδων θυμάτων.
Ο -πάντοτε ανέμελος- Μπόρις, βέβαια, έκανε… διακοπές στην Ισπανία αυτές τις μέρες, με υπουργούς του να αρνούνται χθες να απολογηθούν για όσα καταλογίζει το πόρισμα. Εξοργισμένοι κι από την επανειλημμένη άρνηση του Βρετανού πρωθυπουργού να τους συναντήσει, συγγενείς θυμάτων χαρακτήρισαν το πόρισμα «καταγέλαστο» αφού επιχειρεί, όπως καταγγέλλουν, να δώσει «εξιλέωση» για τόσους χιλιάδες θανάτους. Κανένας συγγενής θύματος, άλλωστε, δεν κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον των δύο κοινοβουλευτικών επιτροπών.
