Πάνω από οκτώ χιλιάδες άνδρες και γυναίκες της ιταλικής Πυροσβεστικής, της Πολιτικής Προστασίας, του στρατού αλλά και εθελοντές προσπαθούν, τις τελευταίες τρεις ημέρες, να θέσουν υπό έλεγχο τις φωτιές στη δυτική περιοχή της Σαρδηνίας. Παραμένουν ακόμη ενεργά τέσσερα μέτωπα, στις ευρύτερες περιοχές των πόλεων Νουόρο και Οριστάνο.
Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία (αλλά η όλη καταγραφή δεν έχει ολοκληρωθεί) έγιναν στάχτη τουλάχιστον 200.000 στρέμματα γης. Αναγκάστηκαν να απομακρυνθούν από τα σπίτια τους πάνω από 1.500 άνθρωποι. Πολλοί από αυτούς είδαν να καίγονται όχι μόνον οι κατοικίες τους, αλλά και τα χωράφια, μαζί με τα ζωντανά τους. Σε μια περιοχή στην οποία ο γεωργικός τομέας και η κτηνοτροφία αποτελούν κύρια πηγή εισοδήματος.
Σε ό,τι αφορά τις αιτίες, όλα δείχνουν ότι είναι πολλαπλές: ευθύνονται η ξηρασία και οι υψηλές θερμοκρασίες, που άγγιξαν τους 42 βαθμούς. Αλλά οι κάτοικοι είναι βέβαιοι ότι πρόκειται και για έργο εμπρηστών, ενώ σε τουλάχιστον ένα μέτωπο, η φωτιά επεκτάθηκε σε διπλανό δάσος από αυτοκίνητο που πήρε φωτιά μετά από τροχαίο. Το τελευταίο τριήμερο χρησιμοποιήθηκαν δέκα ιταλικά Καναντέρ για συνεχείς ρίψεις νερού. Αλλα τέσσερα έφτασαν από τη Γαλλία και δύο από τη χώρα μας μετά την έκκληση για βοήθεια που απεύθυνε η Ιταλία στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Πολιτικής Προστασίας.
Στα ιταλικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναρτήθηκαν φωτογραφίες εξουθενωμένων πυροσβεστών, οι οποίοι έδωσαν τη μάχη κατά της πύρινης λαίλαπας αδιάκοπα, μέρα-νύχτα. Συγκινούν και οι ιστορίες τσοπανόσκυλων που κινδύνευσαν να καούν ζωντανά και σώθηκαν την τελευταία στιγμή από τους κτηνιάτρους. Δεν απομακρύνθηκαν για να σωθούν, παρά τον τεράστιο κίνδυνο, για να μην εγκαταλείψουν τα πρόβατα που φυλούσαν.
Σύμφωνα με τους περιβαλλοντολόγους, για να αποκατασταθεί η τεράστια ζημιά στα δάση θα χρειαστούν τουλάχιστον δύο δεκαετίες. Οσο για την οικονομική ζημιά (σε μια περιοχή που είναι κάθε άλλο παρά εύπορη), απαιτείται ακόμη αρκετός χρόνος για να γίνει μια ακριβής εκτίμηση. Και εκτός από τη Σαρδηνία, τώρα υπάρχει ανησυχία για νέες πυρκαγιές, οι οποίες ξέσπασαν και σε ορεινές περιοχές της Σικελίας και στην ευρύτερη περιοχή του Μπάρι.
