Η υπόθεση, όπως ήταν αναμενόμενο, συνεχίζει να παραμένει στην επικαιρότητα. Ο Μάριο Ντράγκι χαρακτήρισε δικτάτορα τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και, στην αρχή, οι αντιδράσεις έφτασαν μόνον από τους συνεργάτες του «σουλτάνου», που υπενθύμισαν στην Ιταλία ότι κυβερνήθηκε από τον Μπενίτο Μουσολίνι και ότι ο Ντράγκι δεν είναι εκλεγμένος πρωθυπουργός. Τελικά, όμως, είχαμε και το σχόλιο του απευθείας ενδιαφερόμενου. Ο Ερντογάν μάς πληροφόρησε ότι οι σχέσεις των δύο χωρών επλήγησαν ανεπανόρθωτα και ότι οι δηλώσεις Ντράγκι χαρακτηρίζονται από παντελή έλλειψη αγωγής και κόσμιας συμπεριφοράς. Πρόκειται, ουσιαστικά, για έναν πολιτικό σεισμό, ο οποίος δεν κατέστη δυνατόν να αποφευχθεί ούτε με την παρασκηνιακή κινητοποίηση της διπλωματίας.
Εχει ενδιαφέρον, όμως, μια βαθύτερη αναφορά στα κίνητρα της όλης τοποθέτησης του Ιταλού τεχνοκράτη πρωθυπουργού και πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας: στην αρχή, πολλοί υπέθεσαν ότι επρόκειτο για ένα λάθος ή έστω για μια αυθόρμητη δήλωση ενός ανθρώπου που δεν είναι ένας επαγγελματίας πολιτικός. Με το πέρασμα των ημερών, όμως, οι εκτιμήσεις αρχίζουν να αλλάζουν. Ολο και περισσότεροι αναλυτές θεωρούν ότι ο Ντράγκι επωφελήθηκε της ευκαιρίας (της συνέντευξης Τύπου που οργανώθηκε στην Ρώμη) για να εκφράσει μια θέση που είχε ήδη διαμορφώσει ξεκάθαρα στο μυαλό του.
Για ποιο λόγο, και με ποιες συγκεκριμένες αναφορές στην ευρύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα; Σύμφωνα με ό,τι διαρρέει, η Ρώμη άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι το πολιτικό παιχνίδι επιρροής της στη Λιβύη παρουσιάζει όλο και μεγαλύτερες δυσκολίες. Σε ό,τι αφορά την ανοικοδόμηση της βορειοαφρικανικής αυτής χώρας, η Τουρκία δεν δείχνει διατεθειμένη να αφήσει πολλά περιθώρια σε άλλους παίκτες. Ιταλία και Γαλλία, δηλαδή, μπορεί να χάσουν τις πιο άμεσες και σημαντικές ευκαιρίες. Και όχι μόνον: η Ρώμη φοβάται ότι δεν πρόκειται να αποχωρήσουν οι ξένοι μισθοφόροι και «μαχητές» και ότι η Αγκυρα θα κερδίσει τη μερίδα του λέοντος και στο παιχνίδι της εκμετάλλευσης του φυσικού αερίου.
Ολα αυτά επαληθεύτηκαν, όπως φαίνεται, και κατά την επίσκεψη του Μάριο Ντράγκι στην Τρίπολη, την περασμένη εβδομάδα. Με έναν επιπλέον «πονοκέφαλο»: ότι σε περίπτωση που ο Ερντογάν δεν καταφέρει να εξασφαλίσει την εφαρμογή όλων των σχεδίων του, ένα μέρος των Σύρων «μαχητών» που βρίσκονται στη Λιβύη μπορεί, όλως τυχαίως, να αρχίσει να μεταναστεύει στην Ιταλία.
Η κυβέρνηση της Ρώμης αποφάσισε, λοιπόν, να υψώσει τη φωνή της όχι τόσο για να τρομάξει ή να συνετίσει τους Τούρκους, αλλά για να εισακουστεί το μήνυμά της στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Με μια έμμεση έκκληση προς τη νέα κυβέρνηση Μπάιντεν, η οποία δηλώνει υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των πανανθρώπινων ελευθεριών και, κατά συνέπεια, δεν πρέπει να ανεχθεί τις συμπεριφορές και τις μεθοδεύσεις ενός δικτάτορα.
Μένει να δούμε, τώρα, μέχρι ποιο σημείο θα θελήσει να τραβήξει το σχοινί ο τεχνοκράτης Ιταλός πρωθυπουργός. Δεν είναι βέβαιο ότι θα υιοθετήσει μια πάγια αντιτουρκική στάση, όπως η Γαλλία. Στη φάση αυτή, οι συνεργάτες τού «Σούπερ Μάριο» περιορίζονται στο να υπενθυμίζουν ότι ο εποικοδομητικός διάλογος που η Ευρώπη επιθυμεί με την Αγκυρα προβλέπει και τη δυνατότητα να εκφράζει κάποιος κριτικές και αντιρρήσεις. Μέχρι ποιο βαθμό και ένταση θα το διαπιστώσουμε τις αμέσως επόμενες εβδομάδες.
