Θεριεύει ολοένα η πανδημία στη Γερμανία, η χώρα όμως παραμένει αλλόκοτα παράλυτη μπροστά στη νέα έκρηξη κρουσμάτων και εισαγωγών στις ΜΕΘ, όσο και στον ακατέβατο αριθμό εκατοντάδων θανάτων καθημερινά, αφού προς το παρόν δεν έχει αλλάξει η νομοθεσία και δεν έχουν τεθεί σε ισχύ οι ενιαίοι πανεθνικοί κανόνες για επιβολή αυστηρότερων περιορισμών εν αναμονή της σχετικής ψήφισης στην ομοσπονδιακή Βουλή την ερχόμενη βδομάδα.
Ακόμα κι αν δοθεί όμως κοινοβουλευτική έγκριση, είναι ορατός ο κίνδυνος -όπως συνέβη και με το Ταμείο Ανάκαμψης της Ε.Ε.- να υπάρξουν προσφυγές (ενδεχομένως κι από βουλευτές των αντιπολιτευόμενων Ελεύθερων Δημοκρατών – FDP) στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης που να παγώσουν τη διαδικασία, αν δεν καταλήξουν να την τινάξουν στον αέρα…
Αγωνιώδη έκκληση στα ανυπάκουα κρατίδια να μην περιμένουν το πράσινο φως της Μπούντεσταγκ και να εφαρμόσουν πάραυτα δραστικότερα μέτρα απηύθυνε χθες ο ομοσπονδιακός υπουργός Υγείας.
«Κάθε μέρα μετράει, ιδιαίτερα σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση» τόνισε ο Γενς Σπαν, συμπληρώνοντας πως «οι εμβολιασμοί και τα διαγνωστικά τεστ από μόνα τους δεν είναι αρκετά για να σπάσει το τρίτο κύμα» της πανδημίας. «Γνωρίζουμε από το περασμένο φθινόπωρο τι συμβαίνει όταν δεν ενεργούμε γρήγορα».
Αμεσος κίνδυνος
«Είναι ξεκάθαρο ότι πρέπει να δράσουμε τώρα» υπογράμμισε από την πλευρά του κι ο επικεφαλής του επιδημιολογικού Ινστιτούτου Ρόμπερτ Κοχ (RKI), Λόταρ Βίλερ, προειδοποιώντας μάλιστα ότι το τρίτο κύμα είναι χειρότερο από τα προηγούμενα και η κατάσταση στα νοσοκομεία παραμένει όχι απλώς «δραματική» αλλά επιδεινούμενη, με τα περισσότερα νέα κρούσματα να είναι πλέον ηλικίας 15-49 ετών, σαφώς νεότεροι συγκριτικά με το πρώτο και το δεύτερο πανδημικό κύμα.
«Οπως φοβόμασταν και προβλέπαμε», επισήμανε, η πιο μεταδοτική βρετανική παραλλαγή του κορονοϊού έχει γίνει κυρίαρχη και ευθύνεται πλέον για το 90% των μολύνσεων στη Γερμανία – εξ ου και περισσότεροι άνθρωποι θα χρειαστεί να μπουν στην εντατική απ’ όσοι στο δεύτερο κύμα, όπως είπε, που κορυφώθηκε τον Ιανουάριο. Χθες καταγράφηκαν πάνω από 29.000 μολύνσεις -οι πιο πολλές από τις 8 Ιανουαρίου- και σχεδόν 300 θάνατοι. Ο συνολικός απολογισμός θυμάτων αγγίζει πια τους 80.000.
Οι ΜΕΘ γεμίζουν ανησυχητικά, ιδίως με πιο νέα άτομα, πρόσθεσε ο Βίλερ. Προσώρας στην εντατική νοσηλεύονται σχεδόν 5.000 ασθενείς με Covid και αναμένεται να φτάσουν τους 6.000 μέχρι το τέλος του μήνα.
Για να ανακοπεί το τρίτο κύμα οι Γερμανοί πρέπει να μειώσουν ακόμα περισσότερο τις επαφές τους, επανέλαβε ο Βίλερ, τασσόμενος μαζί με τον Σπαν υπέρ της πρότασης της Ανγκελα Μέρκελ για επιβολή νυχτερινής απαγόρευσης κυκλοφορίας – ένα σκληρό μέτρο που έχει αποφευχθεί ώς τώρα στη Γερμανία, είναι όμως πολύ πιθανό να εφαρμοστεί άμεσα μετά την κοινοβουλευτική έγκριση των νέων κανόνων και δη του «φρένου έκτακτης ανάγκης» που ενεργοποιείται όταν τα κρούσματα ξεπερνούν τα 100 ανά 100.000 κατοίκους για τρεις συναπτές μέρες εντός μίας εβδομάδας. Ο δείκτης έχει πλέον σκαρφαλώσει στο 160,1 σε ομοσπονδιακό επίπεδο.
Από βδομάδα εγκαινιάζονται τα υποχρεωτικά διαγνωστικά τεστ στα σχολεία, ενώ οι εμβολιασμοί έχουν αρχίσει επιτέλους να επιταχύνονται σημειώνοντας νέο ημερήσιο ρεκόρ χθες με τη χορήγηση 739.000 δόσεων. Επιχειρηματικοί κολοσσοί, όπως οι BASF και Volkswagen, έχουν ξεκινήσει να εμβολιάζουν τους υπαλλήλους τους εντός των χώρων εργασίας, ενώ στη μάχη της ανοσοποίησης ρίχνονται σύντομα 50.000 οικογενειακοί γιατροί, σημαντικά αυξημένοι από τους 35.000 που εμβολιάζουν ήδη αρκετούς πολίτες.
Μέχρι στιγμής το 17,8% του ενήλικου πληθυσμού έχει λάβει τουλάχιστον την πρώτη δόση, αλλά ο επικεφαλής του RKI διαμήνυσε δυσοίωνα ότι πολλοί Γερμανοί θα χρειαστεί να περιμένουν μήνες για να κάνουν τη ζωτική ένεση. Μετά τον 65χρονο πρόεδρο της Γερμανίας, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ, την πρώτη δόση του σκευάσματος της AstraZeneca θα κάνει σήμερα και η 66χρονη καγκελάριος Μέρκελ δίνοντάς του με τη σειρά της ψήφο εμπιστοσύνης στα μάτια της κοινής γνώμης.
Πεπεισμένος ότι θα τηρηθεί η κυβερνητική υπόσχεση για εμβολιασμό όλων των ενηλίκων μέχρι το τέλος του καλοκαιριού δήλωσε πάντως ο υπουργός Υγείας, εκφράζοντας παράλληλα αισιοδοξία πως αν το πανδημικό κύμα τεθεί υπό έλεγχο, οι Γερμανοί θα μπορέσουν μεν να κάνουν καλοκαιρινές διακοπές, ενδεχομένως όμως όχι σε τόσο… μακρινά κι εξωτικά μέρη.
«Δεν ξέρω κατά πόσον όλοι θα μπορούν να πετάξουν μέχρι τις Σεϊχέλες» σχολίασε ο Σπαν, «είμαι βέβαιος ωστόσο ότι θα μπορούν να φτάσουν ώς τις ακτές της Βόρειας Θάλασσας…».
