H κυβέρνηση του Μάριο Ντράγκι προσπαθεί να ξεπεράσει το πρώτο μεγάλο εμπόδιο που συνάντησε από την ημέρα της ορκωμοσίας της. Η απόφαση προσωρινής διακοπής χορήγησης του εμβολίου της ΑstraZeneca, πέρα από την αναγκαστική μείωση του συνολικού ρυθμού χορήγησης σκευασμάτων, προκάλεσε και αποπροσανατολισμό στους Ιταλούς πολίτες. Απαντώντας σε δημοσκοπική έρευνα του στατιστικού Ινστιτούτου Ipsos, το 48% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι κρίνει θετικά τη δράση της κυβέρνησης κατά της πανδημίας, ενώ οι επικριτές δεν ξεπερνούν το 38% και οι υπόλοιποι δεν έχουν διαμορφώσει σχετική γνώμη.
Σε ό,τι αφορά, όμως, τη διαδικασία εμβολιασμού, το 44% του στατιστικού δείγματος απάντησε ότι είναι διατεθειμένο να εμβολιαστεί, αλλά όχι με AstraZeneca. Οι Ιταλοί που είναι έτοιμοι να κάνουν «οποιοδήποτε εμβόλιο τους δοθεί» στη φάση αυτή δεν ξεπερνούν το 29%, ενώ οι υπόλοιποι μοιράζονται -περίπου με ίδια ποσοστά- σε όσους δεν έχουν ακόμη αποφασίσει ή δεν θέλουν, σε καμία περίπτωση, να εμβολιαστούν.
Είναι σαφές ότι η κυβέρνηση του Ιταλού τεχνοκράτη πρωθυπουργού πρέπει να καταβάλει νέα προσπάθεια με στόχο την τόνωση της εμπιστοσύνης των πολιτών, μετά τη γνωμοδότηση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων.
Από την Παρασκευή το απόγευμα, οι εμβολιασμοί ξανάρχισαν σε όλη την Ιταλία. Παρά κάποια οργανωτικά προβλήματα, τα οποία σημειώθηκαν κυρίως στην ευρύτερη περιοχή του Μιλάνου, η Πολιτική Προστασία της χώρας και το υπουργείο Υγείας καλούν και πάλι τους Ιταλούς να προσέλθουν άφοβα σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, μεγάλα πάρκινγκ, αλλά και σε φαρμακεία, για να τους χορηγηθούν τα διαθέσιμα εμβόλια.
Την ίδια ώρα, όμως, ολοκληρώνεται η προετοιμασία μιας νέας επικοινωνιακής εκστρατείας, η οποία θα φέρει τον τίτλο «εγώ εμβολιάζομαι επειδή…» με τη συμμετοχή και πασίγνωστων ονομάτων του ιταλικού αθλητισμού, όπως του θρυλικού πρώην αρχηγού της Ρόμα, Φραντσέσκο Τότι.
Και εκτός από την καμπάνια αυτή, αρκετοί σχολιαστές άρχισαν να υπογραμμίζουν ότι οι περιστάσεις απαιτούν μια αλλαγή πορείας πλεύσης του ίδιου του Μάριο Ντράγκι: να εγκαταλείψει, δηλαδή, την αρκετά απόμακρη στάση του και να αρχίσει να επικοινωνεί περισσότερο με τους πολίτες, με δηλώσεις και συνεντεύξεις, ώστε να τους πείσει ότι όλα είναι υπό έλεγχο και δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.
Μια στήριξη που θα βοηθήσει, παρά τα διάφορα απρόβλεπτα, να τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα που έθεσε η ίδια η κυβέρνηση και το οποίο προβλέπει ότι μέχρι το τέλος του καλοκαιριού θα μπορέσουν να εμβολιαστούν ουσιαστικά όλοι οι Ιταλοί που το επιθυμούν.
Την Παρασκευή πάντως, η κυβέρνηση της Ρώμης παρουσίασε τα οικονομικά νέα μέτρα προς στήριξη των πολιτών και των επιχειρήσεων που υπέστησαν οικονομικές ζημιές εξαιτίας της πανδημίας. Το συνολικό τους ύψος αγγίζει τα 32 δισεκατομμύρια ευρώ, 11 από τα οποία προορίζονται για ελεύθερους επαγγελματίες και κατόχους δελτίων παροχής υπηρεσιών. Μια ανάσα ανακούφισης, εν αναμονή της βαθμιαίας επιστροφής στην «προ Covid καθημερινότητα», τουλάχιστο από το τέλος της άνοιξης και πέρα.
Δεν λείπουν βέβαια οι εξελίξεις και στην πολιτική σκηνή της χώρας. Ο Ενρίκο Λέτα αντικατέστησε τον Νικόλα Τζινγκαρέτι στην ηγεσία του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος. Πενήντα τεσσάρων ετών, ο Λέτα διέκοψε την πανεπιστημιακή του διδασκαλία στο Παρίσι και επέστρεψε στη Ρώμη για να γίνει γραμματέας του κόμματος από το οποίο, ουσιαστικά, τον είχε διώξει πριν από επτά χρόνια ο Ματέο Ρέντσι. Τα γκάλοπ λένε ότι η εκλογική βάση των Δημοκρατικών αντέδρασε θετικά και ότι στην πρόθεση ψήφου το κόμμα βρίσκεται τώρα στο 18,7%. Αντιθέτως, πριν από τρεις εβδομάδες δεν κατάφερνε να ξεπεράσει το 15%.
Υπάρχουν, όμως, μια σειρά από ερωτήματα και άγνωστες παράμετροι. Πρώτα απ’ όλα, θα πρέπει να δούμε αν ο Λέτα θα καταφέρει να περιορίσει τις ατελείωτες εσωτερικές έριδες που οδήγησαν τον Τζινγκαρέτι σε παραίτηση. Και με ποιον τρόπο θα συνεργαστεί με τους νέους, κύριους συμμάχους της Κεντροαριστεράς, δηλαδή το ανανεωμένο και πιο «φρόνιμο» Κίνημα Πέντε Αστέρων, επικεφαλής του οποίου ετοιμάζεται να αναλάβει ο πρώην πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε. Τέλος, υπάρχει και ένα θέμα εσωτερικής στρατηγικής: Ο Λέτα είναι ένας έντιμος και καταρτισμένος πολιτικός. Προέρχεται, όμως, από τον μετριοπαθή χώρο του καθολικού Κέντρου, της πρώην Χριστιανικής Δημοκρατίας. Θα μπορέσει να εκφράσει αναγνωρίσιμες, σαφείς προοδευτικές θέσεις σε μια περίοδο κατά την οποία οι αποκλεισμένοι και κοινωνικά αδύναμοι πρόκειται, δυστυχώς, να αυξηθούν εντυπωσιακά;
