Εναν χρόνο μετά το ξέσπασμα της πανδημίας η Ιταλία βρίσκεται σε κατάσταση πολύ πιο κρίσιμη απ’ ό,τι θα μπορούσε κανείς να προβλέψει. Σε πολλές περιοχές της Τοσκάνης, της Λομβαρδίας και της Εμίλια Ρομάνια, με πρωτεύουσα την Μπολόνια, τα νοσοκομεία γεμίζουν και πάλι επικίνδυνα.
Η χώρα προσπαθεί να αντιμετωπίσει τον νέο κίνδυνο των μεταλλάξεων και παράλληλα να καταλάβει τι πήγε στραβά, τι θα μπορούσε να έχει αντιμετωπιστεί καλύτερα.
Σε ό,τι αφορά την πρώτη φάση της πανδημίας, σχεδόν όλοι συμφωνούν στη διαπίστωση ότι η κυβέρνηση του Τζουζέπε Κόντε τη διαχειρίστηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο: έκλεισε τα σχολεία, επέβαλε λοκντάουν, το οποίο διήρκεσε ουσιαστικά δυο μήνες, και άφησε ανοιχτά μόνον τα εμπορικά καταστήματα με είδη πρώτης ανάγκης.
Ηταν η περίοδος της αλληλεγγύης, με τους Iταλούς που αποκαλούσαν «άγγελους» τους γιατρούς και τους νοσοκόμους, έβγαιναν στα παράθυρα και τραγουδούσαν για να δώσουν κουράγιο ο ένας στον άλλον και θεωρούσαν ότι μόνο ενωμένοι θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τη δοκιμασία αυτή.
Ηταν μια φυσική και ανθρώπινη αντίδραση σε μια πρωτόγνωρη δοκιμασία με πάνω από οκτακόσιους νεκρούς την ημέρα και κρούσματα τα οποία έμοιαζαν να αυξάνονται χωρίς τέλος.
Μετά ήρθε το καλοκαίρι, οι μολύνσεις μειώθηκαν και τα μέτρα χαλάρωσαν. Εγιναν λάθη, άνοιξαν κλαμπ και σε γνωστά θέρετρα συνέρρευσαν τουρίστες χωρίς κανέναν έλεγχο. Οπως στη Σαρδηνία, όπου οι εκκλήσεις της περιφέρειας για ελέγχους και υποχρεωτικά τεστ δεν εισακούστηκαν από την κεντρική κυβέρνηση. Η Ιταλία, όπως και σχεδόν ολόκληρη η Ευρώπη, πίστεψε ότι είχαμε αφήσει πίσω μας τον Covid-19, σαν να επρόκειτο για εφιάλτη που, μόλις χάραξε, εξαφανίστηκε.
Oμως δεν ήταν έτσι και έναν μήνα μετά από το άνοιγμα των σχολείων, τον Οκτώβριο, τα κρούσματα άρχισαν να αυξάνονται και πάλι επικίνδυνα και η διδασκαλία εξ αποστάσεως να υιοθετείται σχεδόν σε όλες τις περιοχές της χώρας.
Η ευκαιρία της μαφίας
Οι αλλεπάλληλες οικονομικές ενισχύσεις που ενέκρινε η κυβέρνηση Κόντε δεν ήταν αρκετές και εκατοντάδες ιστορικά μαγαζιά, από τη Βενετία μέχρι τη Ρώμη, άρχισαν να δέχονται όλο και συχνότερες επισκέψεις περίεργων «διαμεσολαβητών»: ανθρώπων της μαφίας δηλαδή που πρότειναν στους ιδιοκτήτες να πουλήσουν το μαγαζί τους στη μισή τιμή της αξίας του στο οργανωμένο έγκλημα.
Και φτάνουμε στη σημερινή πραγματικότητα με τη χώρα να παλεύει με την έλλειψη εμβολίων και να ετοιμάζεται πιθανότατα να αγοράσει και το ρωσικό Sputnik V. Επισήμως η συμφωνία που υπεγράφη χθες από ιταλο-ελβετική φαρμακοβιομηχανία και τις ρωσικές αρχές για παραγωγή του Sputnik σε δυο ιταλικές μονάδες είναι ιδιωτική και δεν αφορά την κυβέρνηση της Ρώμης. Στην πραγματικότητα όμως όλο και περισσότεροι περιφερειάρχες και πολιτικοί πιέζουν υπέρ της υιοθέτησης της λύσης αυτής.
Τώρα ο υπουργός Υγείας Ρομπέρτο Σπεράντσα και ο ίδιος ο Ντράγκι ζητούν από τους Ιταλούς να κάνουν ακόμα λίγη υπομονή, διότι «άρχισε να φαίνεται η διέξοδος, το τέλος της κατάστασης έκτακτης ανάγκης πλησιάζει».
Οι Ιταλοί ελπίζουν ότι η εμπειρία και οι διασυνδέσεις του νέου τεχνοκράτη πρωθυπουργού θα επιτρέψουν στη χώρα να επιστρέψει πράγματι στη γνωστή της καθημερινότητα τουλάχιστον μέχρι το τέλος του καλοκαιριού.
Θα τα καταφέρει; Ουδείς μπορεί να το εγγυηθεί. Θα εξαρτηθεί από μια σειρά «αν». Πρώτα απ’ όλα από το αν φτάσουν τα εμβόλια και η πίεση που ασκείται με την απαγόρευση των εξαγωγών εκτός Ευρώπης σε φαρμακοβιομηχανίες που παράγουν εντός της Ενωσης αποδώσει.
Αλλά και από το αν η νέα εσωτερική στρατηγική εμβολιασμού, με στρατό και εθελοντές, αποδειχτεί αποτελεσματική. Μέχρι τώρα το εμβόλιο χορηγήθηκε μόνο σε 1,3 εκατομμύρια πολίτες άνω των 80 ετών σε σύνολο 4,6 εκατομμυρίων. Το τελευταίο αν -και μάλλον το κυριότερο- αφορά την ικανότητα των Ιταλών να βρουν έστω και ένα μικρό μέρος της δύναμης και της ανθρωπιάς που είχαν ανακαλύψει μέσα τους μόλις πριν από δώδεκα μήνες.
