Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο αρχικός, τεράστιος ενθουσιασμός, άρχισε να μειώνεται. Η κυβέρνηση του Μάριο Ντράγκι, δέκα ημέρες μετά την ορκωμοσία της, αναγκάστηκε ήδη να αναμετρηθεί με τη σκληρή καθημερινότητα της περιόδου που διανύουμε. Για να είμαστε πιο ακριβείς, ήρθαν στην επιφάνεια οι υπόγειες εντάσεις που είχαν διαφανεί από την πρώτη κιόλας στιγμή μετά τη σύνθεση της κυβέρνησης.

Η Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι είναι μέλος, πλέον, της νέας κυβερνητικής συμμαχίας και προσπαθεί να περάσει κάποιες γνωστές -όσο και ακραίες- προτάσεις της: ζητά και πάλι με έμφαση να ανοίξουν το γρηγορότερο δυνατό τα εστιατόρια (όχι μόνον το μεσημέρι, αλλά και το βράδυ) και να μπορέσουν να ξαναλειτουργήσουν πισίνες, γυμναστήρια και χιονοδρομικά κέντρα.

Τα αιτήματα αυτά προβάλλονται την ώρα που τα κρούσματα άρχισαν και πάλι να ανεβαίνουν, λόγω της ολοένα και μεγαλύτερης εξάπλωσης του βρετανικού στελέχους, σε όλη τη χώρα. Μέχρι αυτή τη στιγμή, ο νέος τεχνοκράτης πρωθυπουργός δεν συναίνεσε με τη γραμμή αυτή, βάσει της οποίας οι οικονομικές και παραγωγικές δραστηριότητες πρέπει να αποτελούν κύρια προτεραιότητα.

Ο αριστερός υπουργός Υγείας Ρομπέρτο Σπεράντσα (ο οποίος ήταν επικεφαλής του συγκεκριμένου υπουργείου και με τον Τζουζέπε Κόντε) κατέστησε γνωστό ότι «οι περιορισμοί και απαγορεύσεις δεν πρόκειται να μειωθούν, διότι οι συνθήκες δεν το επιτρέπουν». Πρόσθεσε, δε, ότι τα μέτρα για την προστασία της υγείας των πολιτών θα παραμείνουν σε ισχύ μέχρι την πρώτη εβδομάδα του Απριλίου. Δηλαδή, μέχρι και το Πάσχα των Καθολικών. Μια απόφαση που ο πάπας Φραγκίσκος αναμένεται να δεχτεί, με σωφροσύνη και νηφαλιότητα, η οποία όμως ενοχλεί τον Σαλβίνι διότι πιστεύει ότι «αποτελεί ένδειξη ασέβειας».

Δικαιώνονται, ουσιαστικά, όσοι θεωρούσαν ότι η συνύπαρξη έξι διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων μέσα στην κυβέρνηση (με τεχνοκράτη πρωθυπουργό και μάνατζερ σε υπουργεία-κλειδί) μπορεί να προκαλέσει ασυνεννοησία και διαρκείς εντάσεις. Το ίδιο αναμένεται να συμβεί και με την έλευση του καλοκαιριού, όταν –όπως όλα δείχνουν- δεν θα έχουν προλάβει να εμβολιαστούν όλοι οι Ιταλοί και θα πρέπει να διατηρηθούν κάποιες απαγορεύσεις.

Στη Σαρδηνία, για παράδειγμα, ο περιφερειάρχης Kρίστιαν Σολίνας έκανε ήδη σαφές ότι δεν θέλει σε καμία περίπτωση να επαναληφθούν οι σκηνές και οι πρακτικές της περσινής θερινής περιόδου, όταν άνοιξαν ντίσκο, εστιατόρια και πάσης φύσεως κλαμπ, χωρίς περιορισμούς, και τα ποσοστά των μολύνσεων εκτοξεύτηκαν μέσα σε λίγες εβδομάδες. Για φέτος, ζητά υποχρεωτικά τεστ εισόδου και για τους Ιταλούς και «διαβατήριο εμβολιασμού».

Ενα ακόμη τεράστιο θέμα που καλείται να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση Ντράγκι (και το οποίο αφορά πάντα άμεσα τη διαδικασία εμβολιασμού και την προστασία των πολιτών) είναι η απόφαση μέρους του υγειονομικού προσωπικού να μην κάνει το εμβόλιο κατά του Covid-19. Aκόμη δεν έχουν δοθεί στη δημοσιότητα τα ακριβή ποσοστά, αλλά πολλά ιταλικά μέσα ενημέρωσης αναφέρουν ότι το θέμα είναι ουσιαστικό και σε κάποια νοσοκομεία και οίκους ευγηρίας μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα.

Το ερώτημα που θα πρέπει να βρει άμεσα απάντηση είναι αν όποιος δεν εμβολιάζεται και θέτει σε άμεσο κίνδυνο την υγεία ευάλωτων ανθρώπων στον χώρο εργασίας του θα μπορεί ή θα πρέπει να απολύεται.

Οι περισσότεροι νομικοί που έχουν ειδικευτεί στο εργατικό δίκαιο δηλώνουν ότι μια τέτοια απόφαση θα είχε την κάλυψη της ισχύουσας νομοθεσίας. Αλλά είναι σαφές ότι πρόκειται για υπόθεση που θα προκαλέσει νέες, ενδοκυβερνητικές έριδες και συγκρούσεις.

Η πρώτη πρόκληση, πάντως, για τον «Σούπερ Μάριο» παραμένει η αύξηση των διαθέσιμων δόσεων του εμβολίου. Στην Ευρωπαϊκή Σύνοδο Κορυφής, μέσω τηλεδιάσκεψης, ο πρώην πρόεδρος της ΕΚΤ ήταν ξεκάθαρος: τόνισε ότι δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για τις φαρμακοβιομηχανίες που δεν σέβονται τις δεσμεύσεις τους και ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να ψάξει και νέους προμηθευτές. Πρόκειται για ένα μήνυμα που πολλοί σχολιαστές εξέλαβαν ως ευνοϊκή αναφορά στο ρωσικό και ίσως στο κινέζικο εμβόλιο. Διότι στη στρατηγική του Ιταλού τεχνοκράτη-πρωθυπουργού, στη φάση αυτή, κύρια θέση έχει η ρεαλιστική προσέγγιση των προβλημάτων και όχι τα όποια ιδεολογικά σημεία αναφοράς.