«Θα συνεχίσουμε να πολεμάμε με αποφασιστικότητα, μέχρι να συντρίψουμε την τρομοκρατία και να εξαλείψουμε παντελώς αυτό το πρόβλημα από τη χώρα», διακήρυξε στους γνωστούς πολεμοχαρείς τόνους του χθες ο Ταγίπ Ερντογάν. «Διεξάγουμε αυτόν τον αγώνα για τον λαό μας και με τη στήριξή του, σε πείσμα εκείνων που στηρίζουν την αυτονομιστική τρομοκρατική οργάνωση», συμπλήρωσε. Ητοι τους Κούρδους του PKK…
Το ποιους ακριβώς εννοούσε ο Τούρκος πρόεδρος είναι εύκολο να το μαντέψει κανείς. Είναι όλοι όσοι ο ίδιος θεωρεί ότι επιβουλεύονται την ηγεμονία του, και στο εσωτερικό της Τουρκίας και στην γεωπολιτική περιφέρειά της. Η επιθετική ρητορική του ακούγεται πάντως τώρα περισσότερο ως αντιπερισπασμός και άμυνα μπροστά στα αδιέξοδα στα οποία έχει, λόγω και του πολιτικού τυχοδιωκτισμού του, αυτοπαγιδευτεί.
Ακόμη ων εν αναμονή του πρώτου -και με βαριά ατζέντα- τηλεφωνήματος από τον Αμερικανό πρόεδρο Μπάιντεν κι ενώ η κυβέρνησή του δείχνει να μην έχει να δώσει απτές λύσεις στη διαρκώς επιδεινούμενη καθημερινότητα των Τούρκων πολιτών, ο Ερντογάν επιχειρεί τώρα μία ρελάνς.
Στις 10 Φεβρουαρίου, οι τουρκικές δυνάμεις εξαπέλυσαν αεροπορική επιχείρηση στην παραμεθόριο ορεινή περιοχή Γκάρα, στο Βόρειο Ιράκ. Μεταξύ των στόχων της ήταν και η απελευθέρωση 13 Τούρκων -αστυνομικών, στρατιωτών και πολιτών- που κρατούνταν κάποιοι από το 2015, άλλοι από το 2016 όμηροι του PKK. Ο κωδικός της επίθεσης ήταν «Νύχι Αετού 2».
Στην έναρξή της, ο Ερντογάν υποσχόταν γενικόλογα «καλά νέα». Την περασμένη Κυριακή, η Αγκυρα ανακοίνωσε ότι οι 13 όμηροι εντοπίστηκαν σε μία σπηλιά νεκροί, όλοι με τραύματα από σφαίρες -οι 12 στο κεφάλι-, κατηγορώντας το PKK ότι τους εκτέλεσε εν ψυχρώ. Το PKK το διαψεύδει. Ο στρατιωτικός βραχίονάς του, το HPG, κατήγγειλε τις τουρκικές δυνάμεις ότι έκαναν χρήση χημικών στο στρατόπεδο, όπου κρατούνταν οι 13. Χαρακτήρισε, μάλιστα, «πολύ πιθανό» τα θύματα να πυροβολήθηκαν στη συνέχεια από τους ίδιους τους Τούρκους.
Η Αγκυρα απαντά με συνέχιση των διασυνοριακών επιχειρήσεων, επιδιώκοντας προφανώς νέα τετελεσμένα: και γεωπολιτικά, στην ευρύτερη (συμπεριλαμβανομένης της Συρίας) περιοχή, και διπλωματικά, στο επικείμενο «παζάρι» με τις ΗΠΑ.
Η πρώτη μίνι κρίση μεταξύ των δυο νατοϊκών συμμάχων, που πυροδότησε η επιχείρηση στην Γκάρα -με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να αποστασιοποιείται αρχικά από την τουρκική θέση και τον Ερντογάν να κατηγορεί την Ουάσινγκτον για στήριξη της τρομοκρατίας- αποσοβήθηκε με μια μικρή, πλην επιμελώς επιφυλακτική και προφανώς προσωρινή αναδίπλωση του αμερικανικού ΥΠΕΞ.
Στο εσωτερικό της Τουρκίας, από την άλλη, άνοιξε νέο μέτωπο, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης να ζητούν εδώ και τώρα από την κυβέρνηση απαντήσεις για το φιάσκο στην Γκάρα. Πιο πιεστικά ερωτήματα για τη χρονική συγκυρία και τη σκοπιμότητα της στρατιωτικής επιχείρησης θέτουν, όχι τυχαία, το κεμαλικό CHP της αξιωματικής αντιπολίτευσης και το αριστερό/φιλοκουρδικό HDP.
Πίσω από τις τελευταίες κινήσεις Ερντογάν, αναλυτές διαβλέπουν -εκτός της προσπάθειας δημιουργίας διαπραγματευτικού ατού απέναντι στις ΗΠΑ- την επιδίωξη της τουρκικής κυβέρνησης να χρησιμοποιήσει το κουρδικό «χαρτί» για να ξαναμοιράσει την πολιτική «τράπουλα» στη χώρα.
Στο στόχαστρο της Αγκυρας πλέον βρίσκονται τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης. «Δεν μπορούν να μιλούν για ανθρωπιά όσοι αδυνατούν να καταδικάσουν την αυτονομιστική τρομοκρατική οργάνωση για να μη βλάψουν τους εταίρους της συμμαχίας», είπε χαρακτηριστικά χθες ο Ερντογάν, «δείχνοντας» το CHP και το HDP αντιστοίχως.
Και με αυτά ως φόντο, το κυβερνών AKP και ο ακροδεξιός κοινοβουλευτικός εταίρος του, το MHP, έβαλαν μπρος τις διεργασίες για τη νέα συνταγματική αναθεώρηση, που εξήγγειλε προσφάτως ο Τούρκος πρόεδρος, κατά πολλούς με στόχο να ενισχύσει κι άλλο τις προεδρικές υπερεξουσίες τους, ενόψει των εκλογών-ορόσημο του 2023.
