Mονάδες του αζερικού στρατού μπήκαν χθες στην περιοχή του Αγνταμ, στα νοτιοδυτικά του Αζερμπαϊτζάν, στα σύνορα με το Ναγκόρνο Καραμπάχ. Πρόκειται μόνο για ένα από τα εδάφη που ήλεγχαν μετά τον πόλεμο της δεκαετίας του ‘90 οι Αρμένιοι, αλλά -βάσει της πρόσφατης ειρηνευτικής συμφωνίας, στην οποία κατέληξαν το Μπακού και το Γερεβάν, με μεσολάβηση της Μόσχας- ξαναπερνά στα χέρια των Αζέρων.
Η διαδικασία -επίπονη για χιλιάδες Αρμενίους, που τώρα ζουν έναν νέο ξεριζωμό- λήγει τυπικά την 1η Δεκεμβρίου. Αφορά εδάφη πέριξ του αυτονομιστικού θύλακα, αλλά και εντός των ορίων του, σε περιοχές που κατέλαβε ο στρατός του Αζερμπαϊτζάν και οι συν αυτώ μισθοφορικές, πληρωμένες από την επεκτατικών διαθέσεων Τουρκία δυνάμεις. Προς επίρρωση, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήδη κυκλοφορούν βίντεο όπου ένοπλοι με στρατιωτική περιβολή υψώνουν την τουρκική σημαία σε περιοχές που ανακατέλαβαν οι Αζέροι…
Τώρα, δε, μετά την τυπική έγκριση της τουρκικής εθνοσυνέλευσης, η Αγκυρα ετοιμάζεται πυρετωδώς για την ανάπτυξη και τακτικού στρατού στον νότιο Καύκασο, επί αζερικού εδάφους, επισήμως ως μέρος της ειρηνευτικής αποστολής και στο πλαίσιο της λειτουργίας ενός κοινού με τους Ρώσους κέντρου επόπτευσης εφαρμογής της εκεχειρίας.
Το πέρασμα
Ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας για τα τουρκικά συμφέροντα θεωρείται, εξάλλου, και η προβλεπόμενη από την ειρηνευτική συμφωνία οδική διασύνδεση του -μέχρι χθες αποκομμένου- αζερικού θύλακα του Ναχιτσεβάν, στα δυτικά της Αρμενίας, με την υπόλοιπη επικράτεια του Αζερμπαϊτζάν. «Η προοπτική», εξηγεί στον ιστότοπο Ahval ο αναλυτής του Carnegie Europe, Τόμας ντε Βάαλ, «είναι μέσα στα επόμενα 5-10 χρόνια αυτός να γίνει ο βασικός διάδρομος σύνδεσης της Τουρκίας με το Αζερμπαϊτζάν και την Κεντρική Ασία».
Θορυβημένο από τις εξελίξεις δηλώνει, πρωτίστως, το Παρίσι. «Αντιλαμβανόμαστε ότι οι Ρώσοι μιλούν με τους Τούρκους επί μιας φόρμουλας συνεργασίας που δεν επιθυμούμε», δήλωσε ανωνύμως Γάλλος αξιωματούχος στο πρακτορείο Reuters. «Αφορά τον διαμοιρασμό ρόλων στην περιοχή», εξήγησε, «αντιγράφοντας τη διαδικασία της Αστάνα».
Ητοι, την τριμερή συνεργασία μεταξύ Μόσχας, Αγκυρας και Τεχεράνης για τη συριακή κρίση, μέσω της οποίας έχουν καταστεί πια ρυθμιστές της, παρακάμπτοντας τις διεθνείς διεργασίες. Και με αυτό ως γνώμονα, αναφέρει το Reuters, ο Γάλλος πρόεδρος ζητά τώρα διεθνή εποπτεία στην εφαρμογή των συμπεφωνημένων για τη διένεξη στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, με ενεργό ανάμιξη της Ομάδας του Μινσκ του ΟΑΣΕ, διεθνώς αρμόδιας για τη διευθέτηση της κρίσης στον νότιο Καύκασο, υπό τη συμπροεδρία της Ρωσίας, της Γαλλίας και των (υπό αλλαγή ηγεσίας στη διακυβέρνησή τους) ΗΠΑ.
Προς το παρόν, ωστόσο, ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν δείχνει να προτιμά να νίπτει τας χείρας του, απολαμβάνοντας τα οφέλη της συμφωνίας. Με αυτήν, εξάλλου:
(α) εξασφάλισε την ανάπτυξη περίπου 2.000 Ρώσων στρατιωτών για τουλάχιστον πέντε χρόνια στον νότιο Καύκασο, ως ειρηνευτική δύναμη στη γραμμή επαφής μεταξύ Αρμενίων και Αζέρων –στόχος του Κρεμλίνου από το ‘94, μετά το πέρας του πολέμου,
(β) ενισχύει το ηγετικό προφίλ της Ρωσίας ως εγγυήτριας δύναμης, σε μια ταραγμένη περίοδο στην περιφέρειά της, με νέα σημεία αναφοράς τη Λευκορωσία και το Καζακστάν,
(γ) αφήνει πολιτικά εκτεθειμένο τον Αρμένιο φιλοευρωπαϊστή πρωθυπουργό, Νικόλ Πασινιάν, την κεφαλή του οποίου ζητούν τώρα ομοεθνείς του επί πίνακι, κατηγορώντας τον για ατιμωτική συνθηκολόγηση και εθνική μειοδοσία,
(δ) διατηρεί στη ρωσική σφαίρα επιρροής την Τουρκία, υποδαυλίζοντας τις ήδη τεταμένες σχέσεις της με δυσαρεστημένους συμμάχους της στο ΝΑΤΟ (βλ. κυρίως Γαλλία), και δη σε μία κρίσιμη περίοδο ανακατατάξεων στις διεθνείς σχέσεις, την οποία σηματοδοτεί η εκλογή του Δημοκρατικού Τζο Μπάιντεν στην προεδρία των ΗΠΑ.
Ωστόσο, ως γνωστόν, «ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια». Πέρα από τη σίγαση των όπλων, η ειρηνευτική συμφωνία για το Ναγκόρνο Καραμπάχ αφήνει πολλά και κρίσιμα ερωτήματα ανοιχτά, κατ’ αρχήν για το καθεστώς του αυτονομιστικού θύλακα στο μέλλον. Στο μεσοδιάστημα, δημιουργεί πολιτική κρίση στο Γερεβάν και μεγάλες, πιθανόν φρούδες ελπίδες στο Μπακού. Και θρέφει τον άκρατο τουρκικό μαξιμαλισμό, μέσα από ακόμη ένα ασαφές ρωσο-τουρκικό μνημόνιο συνεργασίας, σε μια περίοδο που η Αγκυρα αντιμετωπίζει σοβαρά εσωτερικά προβλήματα, κυρίως με την οικονομία της, την ώρα που βρίσκεται πια, όσο ποτέ άλλοτε, έκθετη σε δυτικές -αμερικανικές και ευρωπαϊκές- κυρώσεις.
