Συνήθως ο μήνας του μέλιτος για μια κυβέρνηση, τουλάχιστον εδώ στη Βρετανία, διαρκεί περίπου 100 μέρες. Αμέσως μετά ξεκινά η αυστηρή κριτική από τα μέσα ενημέρωσης, οι πολιτικές επιθέσεις από την αντιπολίτευση, οι εσωκομματικές γκρίνιες, ενώ κάνουν την εμφάνιση τους και τα πρώτα προβλήματα. Πρόκειται για ακόμη μία παράδοση που φαίνεται ότι η νέα κυβέρνηση του Ντέιβιντ Κάμερον είναι έτοιμη να σπάσει. Ισως επειδή είναι η δεύτερη θητεία της· ίσως πάλι γιατί έχει υποσχεθεί ότι θα κάνει μια σειρά από πράγματα που έχουν διχάσει τους Bρετανούς.
Το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι η διαπραγμάτευση των σχέσεων Βρετανίας – Ε.Ε. και η διεξαγωγή δημοψηφίσματος ώς το τέλος του 2017. Μάλιστα σύμφωνα με δημοσιεύματα του βρετανικού Τύπου δεν αποκλείεται το δημοψήφισμα αυτό να πραγματοποιηθεί νωρίτερα, καθώς ο Βρετανός πρωθυπουργός δεν θέλει να συμπέσει με τις εκλογές σε Γερμανία και Γαλλία, που είναι προγραμματισμένες να πραγματοποιηθούν την ίδια χρονιά. Ενδεχόμενο που άφησε ανοιχτό χθες και ο εκπρόσωπος της Ντάουνινγκ Στριτ. «Αν μπορούμε να το κάνουμε νωρίτερα, θα το κάνουμε» τόνισε ενώ, όπως διευκρίνισε, ο Κάμερον θα παρουσιάσει τις λεπτομέρειες των διαπραγματεύσεων στους συναδέλφους του της Ε.Ε. στο ευρωπαϊκό συμβούλιο του Ιουνίου. Παράλληλα, όπως όλα δείχνουν, ο Βρετανός πρωθυπουργός θα έχει και κάποιες προκαταρκτικές συζητήσεις σε διμερές επίπεδο πριν από αυτήν τη συνάντηση, όπως είπε ο εκπρόσωπός του.
Οι πρώτες απειλές
Από την άλλη, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της «Εφ.Συν.» υψηλόβαθμα στελέχη του Σίτι ήδη ετοιμάζουν την αντεπίθεσή τους καθώς δεν θέλουν την έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε. Μάλιστα ακούγεται έντονα ότι τις επόμενες εβδομάδες συντονισμένα θα αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους στον Τύπο. Την ίδια στιγμή θα θέσουν διλήμματα του τύπου «αν βγείτε από την Ε.Ε. θα πάρουμε τα κεντρικά μας γραφεία από το Λονδίνο και θα τα μεταφέρουμε σε άλλη πόλη της Ευρώπης».
Ετσι, μετά την ξεκάθαρη και μεγαλειώδη νίκη των Συντηρητικών, ήρθε αμέσως και η ώρα των δύσκολων αποφάσεων. Οχι μόνο για τη νέα κυβέρνηση, αλλά και για τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Οπως ήταν αναμενόμενο, η πολιτική επικαιρότητα είχε πολλές ειδήσεις. Αυτή όμως που κυριάρχησε ήταν ο σχηματισμός της κυβέρνησης. Χθες μάλιστα για πρώτη φορά συνεδρίασε το υπουργικό συμβούλιο, με τον Ντέιβιντ Κάμερον να τονίζει ότι «αυτή είναι μια κυβέρνηση για τους εργαζόμενους ανθρώπους». Παράλληλα παρότρυνε τους υπουργούς του να μην ξεχάσουν ποτέ ότι είναι εδώ για όλους τους πολίτες της Βρετανίας.
Ο Ντέιβιντ Κάμερον, πιστός στην άποψη ότι «η διακυβέρνηση ενός κράτους πρέπει να έχει σταθερότητα και συνέχεια», διατήρησε πέντε κορυφαίους υπουργούς στη θέση τους.
Στη λογική αυτήν, υπουργός Οικονομικών παραμένει ο Τζορτζ Οσμπορν και μάλιστα με αυξημένες αρμοδιότητες, καθώς γίνεται και ο πρώτος γραμματέας του κράτους. Θέση που τον καθιστά τον πιο υψηλόβαθμο αξιωματούχο της χώρας μετά τον Βρετανό πρωθυπουργό. Μάλιστα αναμένεται να παίξει καθοριστικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις του Λονδίνου με τις Βρυξέλλες. Αλλωστε ο Ντέιβιντ Κάμερον εδώ και καιρό έχει αφήσει να εννοηθεί ότι θα τον προτιμούσε ακόμη και για διάδοχό του στην αρχηγία του κόμματος. Διαδοχή που αναμένεται να ξεκινήσει μέσα την επόμενη πενταετία, μια και ο Βρετανός πρωθυπουργός έχει δεσμευτεί ότι αυτή είναι η τελευταία του θητεία.
Τη θέση του διατηρεί και ο υπουργός Εξωτερικών, Φίλιπ Χάμοντ. Γνωστός για τις ευρωσκεπτικιστικές του απόψεις, καθώς στο παρελθόν έχει δηλώσει ότι «δεν μπορεί να δει τι είναι αυτό που θα χάσει η Βρετανία αν βγει από την Ενωση». Παλαιότερα είχε δηλώσει επίσης ότι γι’ αυτόν οι δύο προτεραιότητες που θα πρέπει να έχει μια κυβέρνηση είναι η διατήρηση του νόμου και της τάξης. Αλλά και η υπουργός Εσωτερικών, Τερέζα Μέι, διατηρεί τη θέση της και έτσι γίνεται η μακροβιότερη υπουργός σε αυτό το υπουργείο τα τελευταία 50 χρόνια, αν και οι κακές γλώσσες την ήθελαν να διεκδικεί τη θέση της υπουργού Εξωτερικών. Η Μέι θεωρείται από πολλούς μία από τους επικρατέστερους πολιτικούς των Συντηρητικών που θα διεκδικήσουν τη θέση του Κάμερον.
Ο τρίτος στη σειρά υπουργός που διατηρεί τη θέση του είναι ο Μάικλ Φάλον. Παραμένει υπουργός Αμυνας. Και αυτός έχει δηλώσει στο παρελθόν πως αν μια σχεδιασμένη επαναδιαπραγμάτευση των σχέσεων της Βρετανίας με την Ε.Ε. δεν έχει ουσιαστικά αποτελέσματα, τότε οι Συντηρητικοί θα πρέπει να υποστηρίξουν την έξοδο της χώρας από αυτήν. Και ο Ιαν Ντάνκαν Σμιθ, ο πρώην αρχηγός των Συντηρητικών, διατηρεί τη θέση του υπουργού Εργασίας. Με πρώτη προτεραιότητα νέες περικοπές στα κοινωνικά επιδόματα συνολικού ύψους 12 δισεκατομμυρίων λιρών. Κατά τα λοιπά, αξιοσημείωτη είναι η συμμετοχή πολλών γυναικών στη νέα κυβέρνηση.
Η δεξιά «βεντέτα»
Η δεξιά πτέρυγα των ευρωσκεπτικιστών του Συντηρητικού Κόμματος, γνωστή και ως «επιτροπή 1922», είναι αυτή που αναμένεται να δημιουργήσει τα μεγαλύτερα προβλήματα στην κυβέρνηση Κάμερον. Πρόκειται για μια μεγάλη, ισχυρή ομάδα με παράδοση. Οπως υπογραμμίζουν πολλοί αναλυτές, ήταν αυτή που υπονόμευσε σε τέτοιο βαθμό τον Συντηρητικό πρωθυπουργό Τζον Μέιτζορ ώστε ο τελευταίος να χάσει με μεγάλη διαφορά από το Τόνι Μπλερ στις εκλογές του 1997. Γι’ αυτό και σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως το θερμό χειροκρότημα που εισέπραξε ο Κάμερον όταν μίλησε για πρώτη φορά στη νέα του κοινοβουλευτική ομάδα. Στην ομιλία του αυτή ο Βρετανός πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι οι διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες δεν θα είναι εύκολες, αλλά όπως τόνισε: «Εχουμε τη λαϊκή εντολή».
