Ενώπιον του δικαστηρίου επιβεβαίωσε ο δικηγόρος του κατηγορούμενου Στέφαν Ερνστ την ομολογία του για τη δολοφονία του επικεφαλής της κυβέρνησης του Κασέλ Βάλτερ Λίμπκε, στις 2 Ιουνίου του 2019.
«Εγώ πυροβόλησα. Αναλαμβάνω την ευθύνη» είπε στην ομολογία του ενώ ζήτησε συγγνώμη από την οικογένεια του θύματος. Τη «δειλή και αποτρόπαια», όπως την χαρακτήρισε, πράξη του απέδωσε στις λάθος απόψεις του οι οποίες είχαν σχέση με την ακροδεξιά και τον ναζισμό, ενώ έχει κατηγορηθεί στο παρελθόν για αντίστοιχες πράξεις μίσους. «Κανείς δεν αξίζει να πεθάνει επειδή έχει διαφορετική άποψη. Επέτρεψα να με καθοδηγούν οι λάθος απόψεις και αναλαμβάνω γι’ αυτό την ευθύνη» ανέφερε στην ομολογία του.
Ο Στέφαν Ερνστ ισχυρίστηκε πως μυήθηκε στην ιδεολογία του ναζισμού από μικρή ηλικία, ενώ αυτός που τον παρακίνησε ήταν ο ίδιος ο πατέρας του τον οποίο χαρακτήρισε ως «βίαιο και βαριά εξαρτημένο από το αλκοόλ». Ο ίδιος ανέφερε πως αυτό που επιδίωκε ήταν η αγάπη του πατέρα του και το μίσος για τους ξένους έγινε ο κοινός τους τόπος. Μετά τη λήξη της δίκης εξέφρασε την επιθυμία να συμμετάσχει σε πρόγραμμα για την απομάκρυνσή του από τον ναζισμό.
Όπως ανέφερε ήρθε σε επαφή με μέλη του ναζιστικού κόμματος NPD, ενώ με τον φερόμενο ως συνεργό του γνωρίστηκαν το 2014 και εξασκούνταν μαζί στη σκοποβολή. Οι δύο τους χρησιμοποιούσαν σαν στόχο φωτογραφίες της Άνγκελα Μέρκελ, μέχρι που ο συνεργός του πρότεινε ως πραγματικό στόχο τον Βάλτερ Λίμπκε, καθώς μπορούσαν να τον συναντήσουν πιο εύκολα σε αντίθεση με την καγκελάριο.
Έτσι, το βράδυ της 2ας Ιουνίου του 2019, ο Ερνστ μαζί με τον συνεργό του παρακολουθούσαν το σπίτι του πολιτικού έως ότου εντόπισαν την οθόνη του κινητού του στη βεράντα. Τότε αφού τον πλησίασαν και τον ακινητοποίησαν, ο Ερνστ τον πυροβόλησε αναφέροντας πως «ήρθε η ώρα να μεταναστεύσει». Ο λόγος για τον οποίο ο Χριστιανοδημοκράτης πολιτικός αποτέλεσε στόχο των δύο ακροδεξιών ήταν η φιλική του στάση απέναντι στα δικαιώματα των προσφύγων και η υπεράσπιση της απόφασης της Άνγκελα Μέρκελ να ανοίξει τα σύνορα.
