Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Προσπάθεια πειθούς των αρχηγών των κρατών-μελών της Ε.Ε. που θα συμμετάσχουν στη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. (17-18 Ιουλίου) για τον προϋπολογισμό και τη δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης για την αντιμετώπιση της κρίσης έκανε ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ. Η συμφωνία φαίνεται να είναι πολύ μακριά, καθώς τα δύο μπλοκ μέσα στην Ε.Ε. κινούνται με διαμετρικά αντίθετες θέσεις και ο συμβιβασμός καθίσταται δύσκολος.

Σε επιστολή που έστειλε στους ηγέτες των 27, ο Σαρλ Μισέλ επισημαίνει ότι η εξεύρεση συμφωνίας «θα απαιτήσει σκληρή δουλειά και πολιτική βούληση από την πλευρά όλων».

«Η πανδημία του COVID-19 έχει οδηγήσει στην απώλεια πολλών ζωών σε ολόκληρη την Ευρώπη και έχει πλήξει σοβαρά τις οικονομίες και τις κοινωνίες μας. Συνεχίζει να επηρεάζει τη ζωή μας» αναφέρει και τονίζει πως «όλες οι προσπάθειές μας πρέπει να επικεντρωθούν στην οικοδόμηση μιας βιώσιμης ανάκαμψης. Για τον σκοπό αυτό, η συνάντησή μας αυτή την εβδομάδα θα αφιερωθεί στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο και στο Σχέδιο Ανάκαμψης». 

Όπως επισημαίνει, «μια συμφωνία είναι απαραίτητη» και καλεί τους ηγέτες να εργαστούν για την εξεύρεση «εφαρμόσιμων λύσεων» και ώστε να καταλήξουν σε συμφωνία, «για το μεγαλύτερο όφελος των πολιτών».

Σουηδικό βέτο

Τα έως σήμερα δεδομένα, μία μέρα πριν από τη σύνοδο των Βρυξελλών, δεν δημιουργούν πολλή αισιοδοξία για την επίτευξη συμφωνίας. Οι ισχυρές αντιρρήσεις της «τετράδας των φειδωλών» (Αυστρία, Ολλανδία, Σουηδία, Φινλανδία) για το Ταμείο Ανάκαμψης παραμένουν. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του πρωθυπουργού της Σουηδίας, ο οποίος δεν απέκλεισε ακόμη και την επιβολή βέτο.

«Ναι, χρειαζόμαστε το Ταμείο Ανασυγκρότησης», είπε ο Στέφαν Λέβεν, «αλλά πρέπει οι πόροι του να καλύψουν πραγματικές ανάγκες και να στηριχθεί σε δάνεια με ευνοϊκούς όρους, όχι σε χορηγήσεις», εκφράζοντας την πάγια θέση των τεσσάρων για τα 750 δισ. του Ταμείου που πρότειναν Γαλλία και Γερμανία και έχει τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

«Δεν θα πάμε στη διαπραγμάτευση χωρίς όπλα», πρόσθεσε.

Αντιρρήσεις και για το ύψος του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού 1 τρισ. ευρώ για τα επόμενα 7 χρόνια έχουν οι «τέσσερις», οι οποίοι ζητούν έναν πιο σφικτό προϋπολογισμό και να λάβουν επιστροφές οι χώρες που πληρώνουν τα περισσότερα στον κοινό προϋπολογισμό.

Είχαν προηγηθεί τις προηγούμενες ημέρες οι δηλώσεις του Ολλανδού ομολόγου του, Μαρκ Ρούτε, που είχε πει ότι δεν διαβλέπει πιθανότητες για συμφωνία, αλλά και του Αυστριακού υπουργού Εξωτερικών Αλεξάντερ Σάλενμπεργκ, που είχε υποστηρίξει ότι «αυτό που δεν χρειαζόμαστε είναι μια ευρωπαϊκή κρίση, μια κρίση θεσμών που θα προσετίθετο στην κρίση του κορονοϊού». 

Αλλά και στο μέτωπο των υποστηρικτών της δημιουργίας του Ταμείου Ανάκαμψης, αναγνωρίζουν τη δυσκολία να επιτευχθεί συμφωνία. Η Άνγκελα Μέρκελ στις συναντήσεις που είχε τόσο με τον Πέδρο Σάντσεθ όσο και με τον Τζουζέπε Κόντε, τους πρωθυπουργούς Ισπανίας και Ιταλίας, που επλήγησαν με τον πιο σκληρό τρόπο από την πανδημία, δήλωσε ότι «δεν είναι πολύ πιθανό να έχουμε απόφαση» στη σύνοδο κορυφής (17-18 Ιουλίου).

Τόσο ο Τζουζέπε Κόντε όσο και ο Ισπανός ομόλογός του έχουν ζητήσει να ληφθεί το ταχύτερο απόφαση ώστε να προχωρήσουν οι διαδικασίες και να αντιμετωπιστεί η κρίση.

Φόβους για αποτυχία εκφράζει ο Χάικο Μάας

Για το ενδεχόμενο αποτυχίας του προσεχούς Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στην προσπάθεια δημιουργίας του «ταμείου ανάκαμψης» από τις οικονομικές συνέπειες της πανδημίας του κορονοϊού, προειδοποίησε ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Χάικο Μάας, η χώρα του οποίου ασκεί την προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ.

Μιλώντας στις εφημερίδες του Ομίλου Funke, ο κ. Μάας χαρακτήρισε ταυτόχρονα την αυριανή σύνοδο «ιστορική ευκαιρία» προκειμένου η Ευρωπαϊκή Ένωση να δείξει ότι ως κοινότητα αξιών και αλληλεγγύης δεν αφήνει κανέναν μόνο.

«Θα πρέπει να είναι σαφές προς όλους ότι καμία χώρα δεν θα βγει από την κρίση με θετικό τρόπο, αν οι γείτονές της παραμείνουν στην ύφεση», δήλωσε ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών και πρόσθεσε ότι οι χώρες οι οποίες επλήγησαν πιο σκληρά από την κρίση του κορονοϊού θα πρέπει να στηριχτούν ιδιαίτερα, διότι οι συνέπειες θα είναι δραματικές και μάλιστα χωρίς να ευθύνονται οι ίδιες οι χώρες. Ταυτόχρονα, διευκρίνισε, είναι λογικό, όταν πρόκειται για τέτοιου μεγέθους κονδύλια, να δίδεται προσοχή και στο ποιες χώρες θα μπορούσαν να προχωρήσουν ένα κομμάτι της διαδρομής με δικές τους δυνάμεις.

Η ελληνική θέση

Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση τάσσεται υπέρ της δημιουργίας του Ταμείου Ανάκαμψης. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας δήλωσε ότι θέση της κυβέρνησης είναι να εφαρμοστεί η πρόταση της Επιτροπής και το μεγαλύτερο μέρος των ποσών που θα διατεθούν να είναι χορηγήσεις και όχι δάνεια συνοδευόμενα από όρους.

«Από την πρώτη στιγμή της πανδημίας, ο πρωθυπουργός σε συνεργασία με άλλους 8 ηγέτες της ΕΕ ανέλαβε πρωτοβουλία με στόχο την αντιμετώπιση των κοινών προβλημάτων και κυρίως την ανάπτυξη νέων χρηματοδοτικών εργαλείων για τη στήριξη των οικονομιών και της απασχόλησης στα κράτη μέλη της Ένωσης» τόνισε ο υφυπουργός παρά των πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας, κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών. «Υποστηρίζει ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να κάνει για άλλη μια φορά πολύ λίγα, πολύ αργά» πρόσθεσε.

Προς αυτή την κατεύθυνση πιέζει και η ελληνική αντιπολίτευση, η οποία εξέφρασε τον φόβο ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα «παρασυρθεί» από τους ηγέτες του ΕΛΚ και θα υποχωρήσει στη διαπραγμάτευση.

Ο εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Χαρίτσης, κάλεσε την κυβέρνηση «να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στη συζήτηση για το Ταμείο Ανάκαμψης, να μη δεχθεί δυσμενείς συμβιβασμούς για την Ελλάδα και να μην κρυφτεί πίσω από τους “σκληρούς” των συντηρητικών κυβερνήσεων, τους “ομόσταυλούς” της στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα». 

Όπως είπε, «αν η Ευρώπη επιμείνει στις τιμωρητικές πολιτικές λιτότητας, με τις οποίες πορεύθηκε όλα τα προηγούμενα χρόνια και δεν προχωρήσει σε στήριξη της ανάπτυξης, της απασχόλησης, του εισοδήματος των πολιτών, δύσκολα θα αντιμετωπίσει αλώβητη τις φυγόκεντρες τάσεις που αναπτύσσονται». Σημείωσε ότι οι οικονομικές συνέπειες της πανδημίας ήρθαν για να μείνουν και αναμένονται ιδιαίτερα σκληρές για τη χώρα μας, «εξαιτίας και της ολιγωρίας της κυβέρνησης να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να περιορίσει την επερχόμενη ύφεση».