Με 352 θετικές ψήφους, η κυβέρνηση του Ματέο Ρέντσι κέρδισε την πρώτη ψήφο εμπιστοσύνης που είχε ζητήσει από την ιταλική Bουλή, ενώ 207 βουλευτές εκφράστηκαν αρνητικά και ένας επέλεξε την αποχή. Αρκετά ιστορικά στελέχη του κυβερνώντος Δημοκρατικού Κόμματος, όπως ο πρώην γραμματέας του, ο Πιερλουίτζι Μπερσάνι, αποφάσισαν να μην πάρουν μέρος στην ψηφοφορία.
Ο Ιταλός πρωθυπουργός αποφάσισε χθες να συνδέσει την έγκριση της εκλογικής μεταρρύθμισης με την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης, για να επισπεύσει την όλη διαδικασία και να μην συζητηθούν οι τροπολογίες που έχουν κατατεθεί από την αντιπολίτευση.
Η στρατηγική αυτή δημιούργησε εσωκομματικές τριβές, με αρκετά προβεβλημένα στελέχη, όπως ο πρώην πρωθυπουργός Ενρίκο Λέτα, ο πρώην γραμματέας του κόμματος Πιερλουίτζι Μπερσάνι και η πρώην πρόεδρός του Ρόζι Μπίντι, να κάνουν γνωστό ότι δεν θα δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, ενώ κατηγορούν τον Ιταλό ηγέτη για αδεξιότητα.
«Μετά την απόφασή αυτή του Ρέντσι να συνδέσει την έγκριση του εκλογικού νόμου με την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης, είμαστε βέβαιοι ότι η κυβέρνηση που θα τον διαδεχθεί θα είναι χειρότερη από την δική του», δήλωσε ο Μπερσάνι.
Αναμένονται άλλες δυο ψηφοφορίες για παροχή ψήφου εμπιστοσύνης, που συνδέονται με την τμηματική έγκριση του νόμου, ενώ η καθοριστική και τελευταία ψηφοφορία θα διεξαχθεί την ερχόμενη Δευτέρα, με την οριστική έγκριση της εκλογικής μεταρρύθμισης. Εάν δεν ψηφιστεί, τότε η κυβέρνηση θα πρέπει να παραιτηθεί.
«Δεν είμαστε αλαζονικοί και φαντασμένοι, κάνουμε μόνο το χρέος μας», δήλωσε ο Ρέντσι κατά την διάρκεια της ψηφοφορίας. Μάλιστα, σε επιστολή του στην εφημερίδα La Stampa, τόνισε ότι «η σύνδεση του νέου εκλογικού νόμου με την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης αποτελεί μία επιλογή που δείχνει σοβαρότητα έναντι των πολιτών» και πως «αν εγκριθεί το νέο εκλογικό σύστημα, το κοινοβούλιο θα δείξει ότι θέλει να συνεχίσει να πορεύεται τον δρόμο των μεταρρυθμίσεων».
Πάντως, πολλοί παρατηρητές αναφέρουν ότι οι βουλευτές που θα αποφασίσουν να μην στηρίξουν την κυβέρνηση, είναι πολύ πιθανό να διαγραφούν από το Δημοκρατικό Κόμμα και να προχωρήσουν ενδεχομένως και σε δημιουργία νέας πολιτικής δύναμης.
Υπενθυμίζεται ότι ο εν λόγω εκλογικός νόμος προβλέπει εκατό, συνολικά, εκλογικές περιφέρειες, την παροχή «μπόνους εδρών» σε όποιο κόμμα ξεπερνά το 40% των ψήφων στη Βουλή, ή –αν κανείς δεν υπερβεί το ποσοστό αυτό– την προσφυγή σε δεύτερο γύρο. Το όριο των ψήφων που χαρίζει στις πολιτικές δυνάμεις την είσοδο στη Βουλή ορίζεται στο 3%, ενώ ο επικεφαλής των ψηφοδελτίων θα επιλέγεται από τα κόμματα και θα είναι ο πρώτος που θα μπορεί να εκλέγεται, ανάλογα με τις ψήφους του κάθε ψηφοδελτίου.
Ο Ιταλός πρωθυπουργός κατέστησε σαφές ότι, αν δεν του δοθεί ψήφος εμπιστοσύνης από την Βουλή, πρόκειται να παραιτηθεί και να ζητήσει την διεξαγωγή πρόωρων βουλευτικών εκλογών. Υπεραμυνόμενος της επιλογής του αυτής, έχει δηλώσει ότι η εκλογική μεταρρύθμιση αποτελεί μία από τις προτεραιότητές του, επιμένοντας ότι ο καθορισμός του πώς οι Ιταλοί θα μπορούν να εκλέγουν τους νομοθέτες τους θα φέρει σταθερότερες και μακροχρόνιες κυβερνήσεις.
«Η προοπτική του πρόωρου θανάτου δεν φάνηκε να πτοεί την 14 μηνών κυβέρνησή του Ρέντσι», αναφέρει το Associated Press, υπογραμμίζοντας επίσης ότι, εν μέσω μίας απατηλής οικονομικής ανάπτυξης και αυξανόμενης ανεργίας, οι Δημοκρατικοί είναι κατά βάθος απρόθυμοι να διακινδυνεύσουν πρόωρες εκλογές.
Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι αποτελεί πάγια τακτική των ιταλικών κυβερνήσεων να επιζητούν ανά πάσα στιγμή ψήφο εμπιστοσύνης άν ένα ποσοστό οποιουδήποτε σώματος το απαιτήσει.
