«Γνωρίζουμε τους ύπουλους στόχους πίσω από τις παγίδες που μπαίνουν στην οικονομία μας και στη διαχείρισή της», δήλωσε ο Ταγίπ Ερντογάν σε νέο τηλεοπτικό διάγγελμά του, αργά το βράδυ της Δευτέρας, πετώντας σε αόρατους εχθρούς το μπαλάκι της ευθύνης της συναλλαγματικής κρίσης, στα πρόθυρα της οποίας βρίσκεται κατά πολλούς αναλυτές και πάλι η Τουρκία.
Για την ακρίβεια, σχολιάζει η Wall Street Journal, «η Αγκυρα προσπαθούσε πολύ πριν από την κρίση του κορονοϊού να αποτρέψει μια νομισματική κρίση, “καίγοντας” δισεκατομμύρια δολάρια των συναλλαγματικών διαθεσίμων για τη στήριξη της τουρκικής λίρας.
Τώρα, η πανδημία απειλεί να ωθήσει την Τουρκία σε μια πλήρη κρίση ισοζυγίου πληρωμών, φέρνοντας τον πρόεδρο Ερντογάν αντιμέτωπο με μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της 18ετούς παραμονής του στην εξουσία».
Οι ρευστοποιήσεις
Ουδόλως τυχαία, οι δηλώσεις Ερντογάν έγιναν λίγο αφότου η τουρκική εποπτική τραπεζική Αρχή BDDK απέσυρε την απαγόρευση συναλλαγών συναλλάγματος στις τράπεζες UBS, Citigroup και BNP Paribas, που είχε επιβληθεί την περασμένη εβδομάδα, όταν η τουρκική λίρα σημείωνε ιστορικό χαμηλό έναντι του δολαρίου.
Το μέτρο αποσκοπούσε στον περιορισμό των ρευστοποιήσεων και πολλοί αναλυτές το εξέλαβαν ως δείγμα απελπισίας της Τουρκίας. Αιτιολογήθηκε από την BDDK με το σκεπτικό ότι οι τρεις ξένες τράπεζες δεν εκπλήρωναν έγκαιρα τις υποχρεώσεις τους σε λίρες. Τελικά ήρθη επειδή «τις εκπλήρωσαν σε εύλογο χρονικό πλαίσιο», υποστήριξε η τουρκική Αρχή.
Με τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της τουρκικής Κεντρικής Τράπεζας εν τω μεταξύ να στερεύουν, την πτώση της λίρας να διογκώνει το χρέος σε ξένο νόμισμα -κυρίως του ιδιωτικού τομέα- και την ύφεση (5% κατά το ΔΝΤ) να πλησιάζει, ανακοινώθηκε χθες η στήριξη με 21 δισ. τουρκικές λίρες (3 δισ. δολάρια) των κρατικών τραπεζών Ziraat, Halbank και Vakıfbank απευθείας από το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Τουρκίας (TVF).
Συσταθέν το 2016, με επικεφαλής τον ίδιο τον Ερντογάν, το ταμείο έχει πολλάκις επικριθεί από την τουρκική αντιπολίτευση ως κυβερνητικό εργαλείο πολιτικοποίησης και αδιαφάνειας κρατικών επιχειρήσεων και φορέων.
Στη μάχη διάσωσης της οικονομίας στους χαλεπούς καιρούς του κορονοϊού έχουν παράλληλα ριχτεί τα τουρκικά υπουργεία Εξωτερικών και Τουρισμού, «βομβαρδίζοντας» με επιστολές τις αρμόδιες Αρχές περίπου 70 χωρών, από τις οποίες η γειτονική χώρα προσδοκά να προσελκύσει τουρίστες και αυτό το δύσκολο καλοκαίρι.
Μιλώντας στο CNN Türk, ο υπουργός Τουρισμού, Μεχμέτ Ερσόι, ανέφερε ότι σύντομα θα ξεκινήσει μαζί με τον ΥΠΕΞ, Μεβλούτ Τσαβούσοβλου, και σχετική «τηλεφωνική διπλωματία με τους ομολόγους μας, πρώτα με τους υπουργούς των 70 χωρών στις οποίες απευθυνθήκαμε αρχικά», συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας.
Ζητούμενό τους είναι η προβολή της Τουρκίας ως ασφαλούς τουριστικού προορισμού -η Αγκυρα μάλιστα ανακοίνωσε πρόγραμμα υγειονομικής «πιστοποίησης» για τις μεταφορές και τις τουριστικές υποδομές της. Αυτά, την ώρα που οι νεκροί στη χώρα από τον κορονοϊό ξεπερνούν τους 3.800.
Τα επιβεβαιωμένα κρούσματα πλησιάζουν τις 140.000. Το μέτρο της ολιγοήμερης καραντίνας συνεχίζεται σε 31 πόλεις, συμπεριλαμβανομένης της Αγκυρας και της Κωνσταντινούπολης, με τον Ερντογάν να ανακοινώνει ότι αυτή τη φορά θα επιβληθεί, αρχής γενομένης από αυτό το Σάββατο, τετραήμερη απαγόρευση της κυκλοφορίας.
Στο μεσοδιάστημα, εγκλωβισμένη από τις ίδιες τις επιλογές της, τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων, η Τουρκία δυναμιτίζει συνεχώς την κατάσταση στη γεωπολιτική περιφέρειά της, με εμπρηστικές δηλώσεις και απειλές για την Ανατολική Μεσόγειο και τη Λιβύη (την Κυριακή, το τουρκικό ΥΠΕΞ προειδοποίησε ανοιχτά ότι θα θεωρεί «νόμιμους στόχους» τις προελαύνουσες δυνάμεις του στρατάρχη Χαλίφα Χάφταρ, αν συνεχιστούν οι επιθέσεις εναντίον συμφερόντων και αποστολών της Αγκυρας στη Λιβύη).
Στον ορίζοντα παραμένουν εν τω μεταξύ οι αμερικανικές κυρώσεις για την απόκτηση των S-400, αν και η κυβέρνηση Ερντογάν δείχνει να προσπαθεί να εξαγοράσει χρόνο, «παγώνοντας» την ενεργοποίηση των ρωσικών πυραύλων, ενόσω πασχίζει να εξασφαλίσει πιστωτική γραμμή σε συνάλλαγμα από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ.
Εκτόξευση της ανεργίας
Αναμένοντας τα χειρότερα, Τούρκοι αναλυτές και ειδικοί προβλέπουν εκτίναξη της ανεργίας στο 20% εντός του Ιουνίου (από 13,6% που ήταν το πρώτο τρίμηνο του έτους). Σε νέα δημοσκόπηση της εταιρείας MAK Araştırma, το 36% δηλώνει πια πεπεισμένο ότι η οικονομική κρίση είναι άμεση στην Τουρκία.
Μόλις το 25% θεωρεί ότι η κυβέρνηση Ερντογάν έπραξε τα δέοντα για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης. Το 22% κρίνει ως ανεπαρκή τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης της οικονομίας.
Με αυτά και με άλλα, το ποσοστό του κυβερνώντος AKP βρίσκεται -σύμφωνα με τη ΜΑΚ- στο 37,4% (από 42,6% που είχε εξασφαλίσει στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, το 2018). Κατάτι ενισχυμένο φέρεται το κεμαλικό CHP της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στο 25,3% (από 22,7%).
Μόνον άλλα δύο κόμματα, βάσει αυτής τη δημοσκόπησης, ξεπερνούν -έστω και οριακά- το εκλογικό όριο του 10%: το ακραία εθνικιστικό «Καλό Κόμμα» της Μεράλ Ακσενέρ, με 10,9% στην πρόθεση ψήφου, και το ακροδεξιό MHP του Ντεβλέτ Μπαχτσελί, νυν κοινοβουλευτικού εταίρου του Ερντογάν, με 10,7%.
