ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριάκος Πιερίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

H 1η Μαΐου σηματοδοτεί την πιο σημαντική στιγμή στη νεότερη ιστορία της Κύπρου, την ένταξη του νησιού στην Ευρωπαϊκή Ενωση ήδη από το 2004. Αλλά ταυτόχρονα υπογραμμίζει και τη μεγαλύτερη εκκρεμότητα των Κυπρίων: την επίλυση του Κυπριακού και τον τερματισμό της διαίρεσης. Η κρίση της πανδημίας και η αγωνιώδης διαδικασία που μόλις άρχισε για την οικονομική επανάκαμψη, ήρθαν για να υπενθυμίσουν στους Κυπρίους, όχι μόνο τον πολύπλοκο κόσμο που ξεδιπλώνεται μπροστά τους, αλλά και όσα άφησαν κατά μέρος πριν από τρία χρόνια, όταν έφτασαν στο «παρά ένα» για τη συνολική επίλυση και επανένωση του νησιού.

Σχεδιάζοντας την επόμενη ημέρα του κορονοϊού, οι Κύπριοι έχουν επίγνωση ότι θα χρειαστεί να επιστρατεύσουν κάθε διαθέσιμο παραγωγικό μέσο για να ανακτήσουν μέρος από την ευημερία τους. Πόσα, όμως, μπορούν πλέον να επιτυγχάνουν χωρισμένοι στα δύο, βιώνοντας τα τελευταία χρόνια διαδοχικές οικονομικές κρίσεις; Το άλυτο Κυπριακό σήμερα παγιδεύει τη χώρα εσωτερικά στην εχθρότητα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, παρά το γεγονός ότι νομικά όλη η Κύπρος είναι ευρωπαϊκό έδαφος.

Η διχοτόμηση βαθαίνει επί του εδάφους, με πολλαπλό πολιτικό αλλά και οικονομικό κόστος, αφού περιορίζει σοβαρά τις αναπτυξιακές δυνατότητες και προοπτικές του νησιού. Την ίδια στιγμή, μια άλλη αντιπαράθεση έχει ανοίξει στις θάλασσες (ΑΟΖ), προμηνύοντας χειρότερες εξελίξεις με την απρόβλεπτη Τουρκία και ένα παρατεταμένο περιβάλλον αβεβαιότητας.

Γιατί, όμως, η υπόθεση της επανένωσης σήμερα δεν βρίσκεται στην ατζέντα; Τη σκέπασε ο κορονοϊός ή κάτι πιο βαθύ εμποδίζει τους Κυπρίους να βρουν τον δρόμο τους, ακολουθώντας το ευρωπαϊκό παράδειγμα συμφιλίωσης; Πιο απλά, γιατί τόσα χρόνια εξανεμίζονται οι ευκαιρίες, μία μετά την άλλη, σύμφωνα με όλες τις διεθνείς επισκοπήσεις;

Τα σημεία διέλευσης

Με ταυτόχρονες ανακοινώσεις την Τετάρτη 29/4, η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και η διοίκηση των Τουρκοκυπρίων στα κατεχόμενα αποφάσισαν τη χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων για τον κορονοϊό. To μικρό μέγεθος του νησιού, ο de facto διαχωρισμός σε δύο ακόμα μικρότερα γεωγραφικά τμήματα, η επιβολή αυστηρών μέτρων μετακίνησης, ο φόβος της εξάπλωσης και, βέβαια, η πλήρης αποκοπή από τον έξω κόσμο έφεραν γρήγορα αποτελέσματα. Η υγειονομική κάθαρση στα δύο μέρη της Κύπρου είναι πλέον ορατή με ελάχιστα θετικά κρούσματα στον Νότο και μηδενικά στον Βορρά.

Ομως, οι οικονομικές απώλειες είναι ήδη τεράστιες και επηρεάζουν την ευημερία των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, που στηρίζονται απόλυτα στον τουρισμό και τις υπηρεσίες. Στον προγραμματισμό για οικονομική επανάκαμψη αναπόφευκτα θα προκύψει τις επόμενες εβδομάδες η επαναλειτουργία των εννέα σημείων διέλευσης.

Είναι το μόνο φυσικό κανάλι επικοινωνίας μεταξύ των πολιτών των δύο Κοινοτήτων, που βιώνουν τις πιο απεχθείς καραντίνες μεταξύ τους λόγω Κυπριακού για περισσότερο από 50 χρόνια. Τα σημεία διέλευσης και επικοινωνίας, παρά το στρατηγικό πολιτικό αδιέξοδο, υπενθυμίζουν στους Κυπρίους τον αναχρονισμό της διαίρεσης, την αλληλεξάρτηση των δύο Κοινοτήτων και την ανάγκη οικοδόμησης εμπιστοσύνης.

Ο Κύπριος πρόεδρος Ν. Αναστασιάδης ανακοίνωσε τη σταδιακή χαλάρωση των περιορισμών χωρίς κάποια συγκεκριμένη αναφορά για τα σημεία διέλευσης Ελληνοκυπρίων – Τουρκοκυπρίων. Φημολογείται ότι η επαναλειτουργία τους θα γίνει στην τελευταία φάση χαλάρωσης, μετά τα μέσα Ιουνίου.

Στην αντίπερα «όχθη», ο ηγέτης των Τουρκοκυπρίων Μ. Ακιντζί έθεσε ξανά (29/4) την ανάγκη για «συνεννόηση και συνεργασία όταν έρθει η κατάλληλη ώρα» για να ξανανοίξουν. Σε αντίθεση με την πολιτική σημασία τους για την προοπτική επανένωσης, πρώτα η κυβέρνηση του Ν. Αναστασιάδη και εν συνεχεία η τουρκοκυπριακή εθνικιστική «κυβέρνηση» Ερσίν Τατάρ, έλαβαν μονομερώς αποφάσεις: η ελληνοκυπριακή πλευρά έκλεισε τέσσερα σημεία διέλευσης και η άλλη, η τουρκοκυπριακή έκλεισε τα υπόλοιπα.

Με τυφλά πολιτικά αντανακλαστικά η κάθε πλευρά εγκλωβίστηκε στο πρόβλημά της και περιόρισε στο ναδίρ, σχεδόν μόνο για τα προσχήματα, την οποιαδήποτε συνεργασία. Αναπόδραστα ένας ανεξάρτητος παρατηρητής θα έθετε το ερώτημα: Πώς οι Κύπριοι μπορούν να λύσουν το πρόβλημά τους όταν σε ένα ανθρωπιστικό ζήτημα, όπως η υγεία των ανθρώπων, προτίμησαν τον αυτοεγκλωβισμό τους;

Η απάντηση βρίσκεται στην πολιτική ατμόσφαιρα που ήδη καλλιεργήθηκε τα τελευταία χρόνια στο Κυπριακό. Ο κορονοϊός απλώς ξεγύμνωσε τον τρόπο σκέψης ορισμένων ηγεσιών και έδειξε τις πραγματικές διαθέσεις τους. Ο Τουρκοκύπριος «πρωθυπουργός» Ερσίν Τατάρ, που αντιπολιτεύεται και πολεμά με μένος τον Μουσταφά Ακιντζί για να τον εκτοπίσει, εκλιπαρεί την Τουρκία να βοηθήσει για να πληρώσει τους μισθούς των υπαλλήλων της διοίκησης και να μπορεί να μοιράζει ρουσφέτια ενόψει εκλογών ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους τον Νοέμβριο. Ο δε Νίκος Αναστασιάδης υποβαθμίζει τη δικοινοτική συνεργασία και τη συνεννόηση με τον Μουσταφά Ακιντζί και ενεργεί ως τοπικός ηγέτης.

Μια διαφορετική προσέγγιση στον κορονοϊό θα μπορούσε να ήταν μια κοινή πρωτοβουλία Αναστασιάδη – Ακιντζί για υγειονομική κάλυψη όλου του πληθυσμού του νησιού, μάλιστα με ευρωπαϊκή στήριξη. Με τον τρόπο αυτό, οι δύο Κύπριοι ηγέτες θα έδειχναν στην πράξη τις προθέσεις τους σε αυτό που δεσμεύτηκαν τον περασμένο Νοέμβριο στο Βερολίνο ενώπιον του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες: να προετοιμάσουν το έδαφος για καταληκτική διαπραγμάτευση στο Κυπριακό και να καλλιεργήσουν στους πολίτες τους εμπιστοσύνη και συνεργασία. Μια ανθρωπιστική κρίση, όπως η πανδημία του κορονοϊού, ήταν μια μικρή ευκαιρία, ένα τεστ συνεργασίας των ανθρώπων της υγείας για να κοιτάξουν οι δύο Κοινότητες μπροστά. Δεν χάθηκε τυχαία.

Το κόστος της ακινησίας

Η έλλειψη ευρηματικής πολιτικής έχει άμεση σχέση με τον τρόπο που η κυβέρνηση Ν. Αναστασιάδη χειρίζεται το μείζον ζήτημα του Κυπριακού: αποδέσμευση από τις διαδικασίες επίλυσης, αδρανοποίηση, ροκάνισμα του χρόνου. Ο κορονοϊός ως άλλοθι απορροφά όλη την ενέργεια του Προεδρικού. Ομως, δύσκολα μπορεί να αποκρυβεί το γεγονός ότι κανένας Κύπριος πρόεδρος δεν υποβάθμισε το κόστος της μη επίλυσης, όπως ο Ν. Αναστασιάδης τα τελευταία τρία χρόνια.

Καθώς συμπληρώνονται 16 χρόνια από την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., η εξωτερική πολιτική της Λευκωσίας διαπνέεται περισσότερο από άρνηση και παραίτηση, ενεργώντας ακριβώς στον αντίποδα της πολιτικής όσων συνέβαλαν στο «πρότζεκτ» ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας το 2004, ανάμεσά τους και ο πολιτικός του μέντορας Γλαύκος Κληρίδης.