Η ετυμηγορία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι σαφέστατη: Η Ιταλία ευθύνεται για βασανιστήρια, σε ό,τι αφορά τη δράση της αστυνομίας στη σύνοδο των G8 στη Γένοβα, τον Ιούλιο του 2001. Η υπόθεση αφορά, ειδικότερα, την έφοδο αστυνομικών και καραμπινιέρων στο δημόσιο σχολείο Αρμάντο Ντίαζ τη νύχτα της 21ης Ιουλίου, όταν η σύνοδος των οκτώ ισχυρότερων χωρών του πλανήτη είχε ουσιαστικά ολοκληρωθεί.
Τα μέλη του Κοινωνικού Φόρουμ της Γένοβας, τα οποία επί δύο ημέρες διαδήλωναν στους δρόμους της πόλης κατά της ολοένα και αυξανόμενης ανισότητας Βορρά-Νότου, ετοιμάζονταν να κοιμηθούν σε σλίπιν μπαγκ μέσα στο σχολείο. Την επομένη το πρωί θα επέστρεφαν στις πόλεις και στις χώρες καταγωγής τους.
Η αστυνομία και οι καραμπινιέροι, χωρίς καμία αιτία, έκαναν έφοδο στο σχολείο, ξυλοκοπώντας αγρίως τους ακτιβιστές: ενενήντα τρεις οι συλληφθέντες, εκ των οποίων εξήντα ένας μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο, ο ένας σε κωματώδη κατάσταση. Τώρα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβεβαιώνει ότι επρόκειτο για πραγματικά βασανιστήρια, ότι η Ιταλία παραβίασε το άρθρο 3 της Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με το οποίο καθίσταται σαφές ότι «κανείς δεν μπορεί να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε ταπεινωτική και απάνθρωπη μεταχείριση».
Η ετυμηγορία αφορά, ειδικότερα, την προσφυγή του Αρνάλντο Τσεστάρο, ενός Ιταλού ο οποίος το 2001 ήταν εξήντα ενός ετών και είχε πάρει μέρος στις κινητοποιήσεις της «αντιδιάσκεψης της Γένοβας». Μέσα στο σχολείο οι αστυνομικοί τον χτύπησαν επανειλημμένα, παρ’ ότι ήταν καθιστός και είχε σηκώσει τα χέρια ψηλά. Για τα πολλαπλά κατάγματα που του προκλήθηκαν, αλλά και για την ηθική βλάβη, το ιταλικό κράτος υποχρεούται να του καταβάλει τώρα σαράντα πέντε χιλιάδες ευρώ.
Η εν λόγω απόφαση, παράλληλα, αναφέρει με σαφήνεια ότι η ιταλική νομοθεσία δεν τιμωρεί με αποτελεσματικό τρόπο τους υπεύθυνους βασανιστηρίων. Κάτι που σημαίνει ότι θα πρέπει να καλυφθεί άμεσα το σοβαρότατο αυτό νομικό κενό.
Διερωτάται κανείς πως είναι δυνατόν σε μια πολιτισμένη χώρα, «η οποία ανήκει στο κλαμπ των G8», να μπήκαν οι αστυνομικοί μέσα στο Ντίαζ, να μετέφεραν μολότοφ (επιδιώκοντας να ισχυριστούν στη συνέχεια ότι αυτές ανήκαν στους διαδηλωτές) και να επιχείρησαν να πείσουν τους δικαστές ότι οι ακτιβιστές ήθελαν να τους μαχαιρώσουν.
Τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης αναφέρονται ορθώς, και πάλι, στη δήλωση του υποδιευθυντή αστυνομίας Μικελάντζελο Φουρνιέ, ο οποίος, αναφερόμενος στην επιχείρηση αυτή, την είχε χαρακτηρίσει, με όψιμη ειλικρίνεια, «ένα βάρβαρο ξυλοκόπημα που θύμιζε μεξικανικό κρεοπωλείο». Είχα επισκεφθεί και προσωπικά, ως ρεπόρτερ, το δημόσιο αυτό σχολείο λίγες ώρες μετά την επίθεση της αστυνομίας και δεν μπορώ να ξεχάσω τη φρίκη και την οργή, βλέποντας τα αίματα στους τοίχους και στο πάτωμα, στους διαδρόμους και μέσα στις τάξεις. Οι αστυνομικοί προφανώς είχαν ξεχάσει να τα «καθαρίσουν».
Τριακόσιοι πενήντα αστυνομικοί χρησιμοποιήθηκαν για την έφοδο αυτή, με την «υποστήριξη» εκατόν πενήντα καραμπινιέρων. Μια πράξη τυφλής και παράλογης εκδίκησης ενάντια σε ειρηνικούς διαδηλωτές που είχαν τολμήσει να αμφισβητήσουν την παντοκρατορία της οικονομικής παγκοσμιοποίησης. Για την επίθεση αυτή έχουν καταδικαστεί οριστικά είκοσι πέντε άνδρες της ιταλικής αστυνομίας και το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας έχει χαρακτηρίσει την έφοδο «μια ξεκάθαρη έκρηξη βίας, ένα αδικαιολόγητο άγριο ξυλοκόπημα που εξέθεσε τη χώρα».
Τώρα η Ιταλία καλείται να αλλάξει τη νομοθεσία της και να αρχίσει να τιμωρεί πραγματικά τους υπεύθυνους βασανιστηρίων. Παράλληλα η τραγική αυτή υπόθεση όμως -είναι σαφές- μας δείχνει πόσο αναγκαίο και δύσκολο είναι να αντιστέκεται διαρκώς κάποιος σε πάσης φύσεως καταχρήσεις εξουσίας και αυθαιρεσίες, ιδίως όταν οι υπαίτιοι θεωρούν ότι έχουν εξασφαλίσει μια παράλογη, διά βίου ατιμωρησία.
