Για πρώτη φορά μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 η καγκελάριος της Γερμανίας, Ανγκελα Μέρκελ, δέχεται τόσο μεγάλες πιέσεις προκειμένου να προχωρήσει σε μέτρα δημοσιονομικής χαλάρωσης και να παρακάμψει τον κανόνα των μηδενικών ελλειμμάτων.
Στις 10 Σεπτεμβρίου θα αρχίσει η συζήτηση για τον νέο προϋπολογισμό του 2020 στη Βουλή, υπό το βάρος των αρνητικών στοιχείων για την πορεία της γερμανικής οικονομίας το 2019, με τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD) να ζητούν από τον υπουργό Οικονομικών Ολαφ Σολτς την αλλαγή του ισοσκελισμένου σχεδίου προϋπολογισμού.
Τυπικά, η γερμανική οικονομία δεν έχει περάσει σε φάση ύφεσης. Το πρώτο τρίμηνο του 2019 παρουσίασε αύξηση 0,4%. Το δεύτερο τρίμηνο παρουσίασε μείωση 0,1% και για να καταγραφεί επισήμως ύφεση θα πρέπει να εμφανίσει αρνητική πορεία για δύο συνεχόμενα τρίμηνα.
Οι επίσημες προβλέψεις του υπουργείου Οικονομικών είναι ότι το τρίτο και το τέταρτο τρίμηνο θα σημειωθεί ανάκαμψη και το οικονομικό έτος θα κλείσει με αύξηση 0,5%. Ωστόσο, αυτές οι προβλέψεις δεν αναιρούν τις ανησυχίες των οικονομικών ινστιτούτων και των βιομηχανικών ενώσεων για το ενδεχόμενο αυτή η αναιμική ανάπτυξη να οδηγήσει σε ύφεση, εξαιτίας του εμπορικού πολέμου ΗΠΑ – Κίνας και η αβεβαιότητα στην Ε.Ε. για τη μορφή που θα έχει το Brexit. Το 2018 έκλεισε με ρυθμό ανάπτυξης 1,4%.
Ο εκπρόσωπος της καγκελαρίου, Στέφεν Ζάιμπερτ, επανέλαβε ότι «η κυβέρνηση ακολουθεί μια οικονομική πολιτική που δεν αμφισβητήθηκε, έχουμε ισορροπημένους προϋπολογισμούς τα τελευταία χρόνια και επιδιώκουμε το ίδιο για τη συνέχεια«.
Αυτός ο στόχος, σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, συνιστά τη βιωσιμότητα. Και η ίδια η Μέρκελ τόνισε ότι η πολιτική των μηδενικών ελλειμμάτων δεν έχει αλλάξει και συνέστησε υπομονή στους οικονομικούς παράγοντες και στις πολιτικές δυνάμεις που προτείνουν δραστική αύξηση των δημόσιων επενδύσεων και χαλάρωση του δημοσιονομικού πλαισίου.
Το σχέδιο προϋπολογισμού του Σοσιαλδημοκράτη υπουργού Οικονομικών ακολουθεί πιστά τον κανόνα του «μαύρου μηδενικού», ωστόσο οι ισχυρότερες βολές που δέχεται προκειμένου να αναθεωρηθεί προέρχονται από τους άλλους Σοσιαλδημοκράτες υπουργούς.
Η υπουργός Περιβάλλοντος, Σβένια Σούλτσε, θέλει άμεσα και δραστικά μέτρα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, με κατακόρυφη αύξηση των επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και επιβολή υψηλών φόρων στα καύσιμα, πρόταση που βρίσκει αντίθετους τους Χριστιανοδημοκράτες.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις εισηγήσεις του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Χουμπέρτους Χάιλ, για την καθιέρωση της βασικής σύνταξης για όλους τους ασφαλισμένους, δίχως εισοδηματικά κριτήρια, που συναντά την αντίδραση των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) και των Χριστιανοκοινωνιστών (CSU) της Βαυαρίας.
Από την άλλη, το σχέδιο του Σολτς για σταδιακή κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης, που ισχύει από το 1991 για την οικονομική εναρμόνιση της Ανατολικής Γερμανίας, συναντά τις αντιδράσεις των Χριστιανοκοινωνιστών και των Φιλελεύθερων και τα σχέδια της υπουργού Οικογένειας, Φρανσίσκα Γκίφεϊ, για ενίσχυση των προγραμμάτων κοινωνικής κατοικίας έχουν μπει στο συρτάρι.
Ενας επιπλέον πονοκέφαλος για τον Σολτς είναι η πίεση της νέας υπουργού Αμυνας και προέδρου του CDU, Ανεγκρετ Κραμπ-Καρενμπάουερ, για γενναία αύξηση των αμυντικών δαπανών ώστε να περιοριστούν οι επικρίσεις από την Ουάσινγκτον για μεγαλύτερη οικονομική συμμετοχή της Γερμανίας στις δαπάνες του ΝΑΤΟ, με το SPD να δηλώνει αντίθετο.
Ο πρόεδρος των Πρασίνων, Ρόμπερτ Χάμπεκ, σε δηλώσεις του στο γερμανικό ραδιόφωνο επισήμανε ότι «η γερμανική οικονομία βρίσκεται στα πρόθυρα κρίσης και είναι η καλύτερη ευκαιρία για μια μεγάλη επένδυση για την προστασία του κλίματος».
Οπως παρατήρησε πάντως ο Χάμπεκ, τις τελευταίες εβδομάδες και η Μέρκελ αλλά και οι ηγεσίες των κομμάτων της Χριστιανικής Ενωσης CDU-CSU, η Α. Κραμπ-Καρενμπάουερ και ο Μ. Σέντερ, δεν απορρίπτουν τις προτάσεις για ενίσχυση των σχεδίων μετάβασης από τον άνθρακα στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και υπόσχονται ότι το νέο σχέδιο για τη μετάβαση που θα συζητηθεί στο υπουργικό συμβούλιο στις 20 Σεπτεμβρίου θα περιλαμβάνει δραστικά μέτρα.
