Πολλές αντιδράσεις προκαλεί το σχέδιο του προϋπολογισμού της Γερμανίας για το 2020, παρά το γεγονός ότι δεν κρύβει καμία ιδιαίτερη έκπληξη. Ο αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομικών Ολαφ Σολτς επεδίωκε να συγκεράσει τις πιέσεις της Ενωσης Χριστιανοδημοκρατών και Χριστιανοκοινωνιστών για μείωση των φόρων και από την άλλη των συντρόφων του Σοσιαλδημοκρατών για γενναία αύξηση των κοινωνικών παροχών.
Και φαίνεται ότι τα κατάφερε, ακολουθώντας την πεπατημένη των περιορισμένων αλλαγών, προκειμένου να μη διαταραχθεί ο κανόνας του «μαύρου μηδενικού» στο κλείσιμο του ισολογισμού.
Το σχέδιο προϋπολογισμού του 2020 που εγκρίθηκε από το υπουργικό συμβούλιο προβλέπει αύξηση των δαπανών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης κατά 1,7% σε σχέση με το 2019 στα 362 δισ. ευρώ και ανάλογη αύξηση των φορολογικών εσόδων.
Αισθητά αυξημένα θα είναι του χρόνου, όπως δήλωσε ο Σολτς, τα κονδύλια προς τα υπουργεία Ανάπτυξης, Μεταφορών και Ερευνας για τις δημόσιες επενδύσεις, προς το υπουργείο Εργασίας για την αναμόρφωση του ασφαλιστικού με την εισαγωγή της βασικής σύνταξης, το υπουργείο Αμυνας και το υπουργείο Εσωτερικών για την ασφάλεια.
Από την άλλη όμως δραστικά θα μειωθούν τα κονδύλια για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, από τα 20 δισ. ευρώ στα 16, πρόβλεψη που πυροδοτεί τις αντιδράσεις των ομόσπονδων κρατιδίων τα οποία έχουν την ευθύνη για τα προγράμματα κοινωνικής ένταξης, εργασίας, στέγασης και εκπαίδευσης.
Σε συνέντευξή του στο πρώτο κανάλι της δημόσιας τηλεόρασης ARD ο Σολτς επανέλαβε και πάλι ότι έχει περάσει η περίοδος των παχιών αγελάδων και απάντησε στην κριτική που δέχεται από όλες τις πλευρές και μέσα στους κόλπους του κυβερνητικού συνασπισμού ότι τα μέτρα του σχεδίου είναι ανεπαρκή για να δώσουν ώθηση στη γερμανική οικονομία.
Οι προβλέψεις για το 2019 αναθεωρούνται προς τα κάτω και ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να διαμορφωθεί στο 1% από 1,8%, λόγω της αρνητικής επίδρασης του Brexit, της αβεβαιότητας που έχει προκαλέσει η πολιτική του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και των γενικών τάσεων της παγκόσμιας οικονομίας.
«Τα 40 δισ. ευρώ που θα διατεθούν για δημόσιες επενδύσεις αποτελούν ρεκόρ», είπε ο υπουργός Οικονομικών, αλλά παραδέχθηκε ότι δεν φτάνουν για να καλύψουν όλες τις ανάγκες που υπάρχουν.
«Γι’ αυτό και πρέπει να δώσουμε προτεραιότητα στους πιο σημαντικούς τομείς», πρόσθεσε και αναφέρθηκε ιδιαίτερα στις μεταφορές, την πληροφορική και την ενίσχυση της καινοτομίας, όπου τα επιπλέον κονδύλια για την έρευνα θα είναι 500 εκατ. ευρώ περισσότερα από φέτος.
Οσον αφορά τις αμυντικές δαπάνες προβλέπεται ότι θα αυξηθούν από το 1,30% του ΑΕΠ στο 1,37%, κατά έξι δισ. ευρώ, όμως αυτή η πρόβλεψη κινείται πολύ μακριά από την υποχρέωση των χωρών του ΝΑΤΟ για διάθεση 2%.
Η υπουργός Αμυνας Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δεν έκρυψε τη δυσαρέσκειά της, όμως από την άλλη πλευρά οι Σοσιαλδημοκράτες θεωρούν ότι η αύξηση κινείται μέσα στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που έχει το Βερολίνο έναντι της Ουάσινγκτον και των άλλων συμμαχικών χωρών.
Κατά της αύξησης των αμυντικών δαπανών τάσσονται η Αριστερά και οι Πράσινοι, ενώ από την πλευρά τους οι Φιλελεύθεροι εστιάζουν την κριτική τους για τον νέο προϋπολογισμόστη διατήρηση της ίδιας φορολογικής πολιτικής.
