Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η μήνυση που υπέβαλε πρόσφατα εναντίον της κεντροαριστερής εφημερίδας «Liberation» η πρόεδρος του Εθνικού Μετώπου Μαρίν Λεπέν, μετά το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ για τον οικονομικό μηχανισμό που είχε επιβάλει το ακροδεξιό κόμμα στους υποψηφίους του μέσω του «μικρο-κόμματος» (κομματικού παραρτήματος, υπό μια έννοια) Jeanne και της εταιρείας Riwal, άνοιξε τον ασκό του Αιόλου για το FN, καθώς το ζήτημα παίρνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις αφού από τον Απρίλιο του 2014 έχει ξεκινήσει δικαστική έρευνα από τους δικαστές Φαν Ρούιμπεκε και Μπουρεσί.

Ας ξετυλίξουμε όμως το κουβάρι από την αρχή. Από το 2011 το Εθνικό Μέτωπο καθιέρωσε έναν (σχεδόν) υποχρεωτικό για όλους κανόνα, προτείνοντας στους υποψηφίους του να αγοράσουν ένα «προεκλογικό πακέτο υποστήριξης» με κόστος από 3.000 έως 10.000 ευρώ. Φυλλάδια, αφίσες, προεκλογικό υλικό και προβολή στο Διαδίκτυο αποτελούν τα βασικά συστατικά του. Ενα πακέτο για το οποίο υπεύθυνο είναι αποκλειστικά το Jeanne, το «μικρο-κόμμα» της Μαρίν, το οποίο με τη σειρά του αγόραζε το «πακέτο» για λογαριασμό των υποψηφίων από τον δημιουργό του, την εταιρεία Riwal. Και φυσικά τα ηγετικά στελέχη του Εθνικού Μετώπου πίεζαν και πιέζουν (εν όψει και των περιφερειακών του Μαρτίου) ασφυκτικά τους υποψηφίους να τους δώσουν το ποσό για την αγορά του.

Μπορεί η κόρη του ιδρυτή του Εθνικού Μετώπου (FN) να μην εμφανίζεται πουθενά στο Jeanne, δεν συμβαίνει ωστόσο το ίδιο με τους στενούς συνεργάτες και φίλους της. Οπως η πρόεδρος του Jeanne, Φλοράνς Λαγκάρντ, «κολλητή» της Μαρίν, ή ο αντιπρόεδρος Στιβ Μπριουά. Οσο για τον εμπνευστή και δημιουργό του κιτ, την εταιρεία επικοινωνίας Riwal, και αυτή έχει ως επικεφαλής έναν στενό φίλο της Λεπέν, τον μυώδη Φρεντερίκ Σατιγιόν, ένα από τα πρωτοπαλίκαρα του ακροδεξιού μαθητικού συνδικάτου GUD.

Υποπτες διαδρομές…

Σε ό,τι αφορά το Εθνικό Μέτωπο, η δικαστική έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη ψάχνει την ύποπτη διαδρομή του χρήματος και κυρίως το πραγματικό κόστος του «πακέτου», καθώς υπάρχουν υποψίες για πλαστές αποδείξεις, υψηλότατα επιτόκια, κατάχρηση προεκλογικών κρατικών επιδοτήσεων και πολλά άλλα σκοτεινά σημεία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση της 35χρονης Καρόλ, υποψήφιας του κόμματος στις περιφερειακές εκλογές του Μαρτίου του 2013, η οποία πήγε στην τοπική οργάνωση προκειμένου να βοηθήσει στον προεκλογικό αγώνα. Εμβρόντητη άκουσε τον γραμματέα της οργάνωσης να της προτείνει να αγοράσει το προεκλογικό πακέτο στην «προνομιακή» τιμή των 2.550 ευρώ με αντάλλαγμα την τοποθέτησή της ψηλότερα στη λίστα των τοπικών υποψηφίων του κόμματος!

Το σύστημα του προεκλογικού πακέτου έχει εφαρμοστεί τόσο στις τοπικές εκλογές του 2011 όσο και στις περιφερειακές του 2012, με τη δεύτερη αναμέτρηση να είναι αυτή στην οποία επικεντρώνεται το ενδιαφέρον της Δικαιοσύνης. Κι αυτό γιατί στις συγκεκριμένες εκλογές, 520 υποψήφιοι αναγκάστηκαν να αγοράσουν το πακέτο στην τιμή των 16.650 ευρώ.

Αν η δικαστική έρευνα αποδείξει τελικώς ότι υπάρχει απάτη, πέραν των υποψηφίων, χαμένο θα είναι και το κράτος, για την ακρίβεια οι φορολογούμενοι Γάλλοι, καθώς βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας πρέπει να επιστρέψει στους υποψηφίους που πήραν ποσοστό πάνω από 5% όλο το ποσό που δαπάνησαν για την προεκλογική τους εκστρατεία…

«Κόμματα τσέπης»

Οπως όλα τα μικρο-κόμματα ή αλλιώς «κόμματα τσέπης», το Jeanne δεν είχε πολιτικό, αλλά μόνο οικονομικό ρόλο, ως μηχανισμός συγκέντρωσης προεκλογικών δωρεών. Τι είναι όμως τα «κόμματα τσέπης», σχεδόν άγνωστα στην υπόλοιπη Ευρώπη, τα οποία σήμερα έχουν φτάσει τα 296 από μόλις 28 που ήταν το 1990; Είναι μια γαλλική πρωτοτυπία η οποία κατοχυρώνεται από το 4ο άρθρο του Συντάγματος του 1958. Πρόκειται ουσιαστικά για «κόμματα-δορυφόρους», κάτι σαν τα αμερικανικά PACs (Political Action Committees – Επιτροπές Πολιτικής Δράσης), τα οποία υπάγονται στους κανόνες που ισχύουν για όλα τα μεγάλα κόμματα στον οικονομικό τομέα. Δεν μπορούν να λάβουν δωρεές από επιχειρήσεις, ενώ οι δωρεές από φυσικά πρόσωπα έχουν πλαφόν τα 7.500 ευρώ ετησίως ανά κόμμα. Επιπροσθέτως, η χρηματοδότηση των υποψηφίων τους δεν επιτρέπεται να ξεπεράσει τις 4.600 ευρώ ανά υποψήφιο. Ακόμη, η κρατική επιχορήγησή τους υπόκειται σε πολύ συγκεκριμένους και αυστηρούς κανόνες. Το πλέον σημαντικό όμως είναι ότι η δραστηριότητά τους περιστρέφεται γύρω από μία μόνο πολιτική προσωπικότητα – είτε είναι ένας τοπικός υποψήφιος είτε ένας υποψήφιος βουλευτής, υπουργός ή πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Οι προσωπικότητες που είναι επικεφαλής αυτών των «κομμάτων τσέπης» είναι συνήθως μέλη και στο «μητρικό» κόμμα και μάλιστα κατέχουν κορυφαία θέση στο κόμμα «βοηθώντας» πολλές φορές τον εαυτό τους. Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Ερίκ Βουρθ, δήμαρχος στο Σαντιγί και ταυτοχρόνως ταμίας της κεντροδεξιάς Ενωσης για τη Δημοκρατία (UMP). Χάρη στο μικρο-κόμμα του «Ενωση Υποστήριξης», το οποίο νομίμως παίρνει δωρεές από το UMP -του οποίου ο Βουρθ ήταν… ταμίας- χρηματοδότησε την πολιτική του δραστηριότητα στην εκλογική του περιφέρεια, την Ουάζ! Κάτι που όπως εύστοχα σημειώνει το πολιτικό γαλλικό περιοδικό «Nouvelle Observateur» μοιάζει πολύ με πυραμιδικό σχήμα. Οπως μάλιστα αποκάλυψε σε προγενέστερη έρευνά της η «Mediapart», δεκάδες πολιτικοί έχουν συστήσει προσωποπαγή «κόμματα τσέπης» για τους ίδιους λόγους με τον Βουρθ: ενδεικτικά αναφέρουμε τον Νικολά Σαρκοζί, τον Ντομινίκ ντε Βιλπέν, καθώς και τους Σοσιαλιστές Σεγκολέν Ρουαγιάλ και τον σημερινό πρωθυπουργό Μανουέλ Βαλς.