Εκατό ημέρες διακυβέρνησης συμπλήρωσε η κυβέρνηση του Τζουζέπε Κόντε, η οποία ορκίστηκε την 1η Ιουνίου μετά από ιδιαίτερα ταραχώδεις και εντελώς απρόβλεπτες διαβουλεύσεις με τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, Σέρτζιο Ματαρέλα. Στις περιπτώσεις αυτές συνηθίζεται να γίνεται ένας πρώτος απολογισμός ως προς το κυβερνητικό έργο και τις αντιδράσεις της κοινωνίας.
Η κύρια διαπίστωση όσον αφορά τη στάση της ιταλικής κοινωνίας είναι σίγουρα ότι, παρά τις μεγάλες ακρότητες στο μεταναστευτικό, ο «μήνας του μέλιτος» της κυβερνητικής συμμαχίας Λέγκας-Πέντε Αστέρων με τους Ιταλούς συνεχίζεται.
Η δημοτικότητα της κυβέρνησης ξεπερνά το 60% και η αντιπολίτευση είναι σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση. H Κεντροαριστερά δεν έχει αποφασίσει ακόμη πότε θα γίνει το νέο της συνέδριο και ψάχνει εναγωνίως καινούργιο γραμματέα. Η δε Αριστερά, μετά το 3% των βουλευτικών εκλογών του Μαρτίου, βρίσκεται σε πτώση. Η κύρια αιτία συνεχίζει να είναι ότι το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, πρωτίστως, αλλά και η Λέγκα καταφέρνουν ακόμη να απορροφούν τη δυσαρέσκεια της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ιταλών.
Σε ό,τι αφορά το κυβερνητικό έργο αυτό καθεαυτό, το στοιχείο που σχεδόν μονοπώλησε το ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης ήταν η στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών στο μεταναστευτικό. Ο υπουργός Εσωτερικών και γραμματέας της Λέγκας, Ματέο Σαλβίνι, απαγόρευσε την είσοδο στα ιταλικά λιμάνια σε όλα τα πλοία των μη κυβερνητικών οργανώσεων και περιόρισε αυστηρά και τις αφίξεις των στρατιωτικών πλοίων που συμμετέχουν στις αποστολές της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Εμβληματική ήταν η υπόθεση του πλοίου «Diciotti» της ιταλικής ακτοφυλακής, που μετέφερε εκατόν εβδομήντα επτά μετανάστες και πρόσφυγες. Αναγκάστηκαν να περιμένουν πάνω από δέκα ημέρες πριν το υπουργείο Εσωτερικών της Ρώμης δώσει το αναγκαίο πράσινο φως για την αποβίβασή τους. Και, ως γνωστόν, σε βάρος του Σαλβίνι διεξάγεται δικαστική έρευνα για στέρηση ατομικής ελευθερίας.
Από τη μία είναι σαφές ότι υπάρχει ένα εντονότατο στοιχείο ξενοφοβικής προπαγάνδας – για να πειστούν οι Ιταλοί ότι το μεταναστευτικό είναι κύριο πρόβλημα, ενώ οι αφίξεις μειώθηκαν κατά 80% σε σχέση με πέρυσι.
Από την άλλη βέβαια, πρέπει να αναγνωρίσει κανείς ότι πρόκειται όντως και για εμφανέστατη έλλειψη αλληλεγγύης από μέρους πολλών ευρωπαϊκών χωρών σε ό,τι αφορά την ανακατανομή των διασωθέντων. Κάτι που ευνοεί την προπαγάνδα αυτή της Λέγκας.
Ο Σαλβίνι συναντήθηκε και με τον Ούγγρο πρωθυπουργό, Βίκτορ Ορμπαν, και ανακοίνωσαν τη δημιουργία κοινού, πανευρωπαϊκού μετώπου ενόψει των ευρωεκλογών.
Μια προοπτική που προκαλεί εύλογα μεγάλες ανησυχίες και που θα έπρεπε να ωθήσει το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (στο οποίο ο κύριος Ορμπαν ανήκει) να λάβει μια σαφέστερη στάση.
Οσο για τα Πέντε Αστέρια, είναι ξεκάθαρο ότι άφησαν υπερβολικά περιθώρια κινήσεων στον κυβερνητικό τους εταίρο.
Ο αρχηγός τους και υπουργός Εργασίας, Λουίτζι Ντι Μάιο, επέλεξε να κρατήσει πιο χαμηλούς τόνους, αλλά αυτό του κόστισε έως τώρα την απώλεια τεσσάρων ποσοστιαίων μονάδων στα γκάλοπ.
Πρέπει να σημειωθεί, όμως, ότι ανέλαβε και σειρά πρωτοβουλιών σε ό,τι αφορά την κοινωνική πολιτική, με περιορισμό των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αύξηση των αποζημιώσεων σε περίπτωση απόλυσης και στοιχειώδη ασφάλιση των νέων που εργάζονται με ποδήλατα στην ταχεία παράδοση φαγητού.
Την περασμένη εβδομάδα δε, το υπουργείο του Ντι Μάιο ανακοίνωσε ότι όσοι επιχειρηματίες καταδικάζονται για διαφθορά σε ποινή ανώτερη των δύο ετών δεν θα μπορούν να εξασφαλίζουν, ισοβίως, εργολαβίες του Δημοσίου.
Σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή πολιτική, η κυβερνητική συμμαχία ζητά περισσότερη ευελιξία για δημόσιες επενδύσεις, αλλά έως τώρα δεν διαθέτει τις αναγκαίες συμμαχίες.
Επίσης είναι σαφώς προβληματική η σχέση του Σαλβίνι και με τους δικαστικούς, οι οποίοι του ζητούν να επιστρέψει η Λέγκα 49 εκατομμύρια ευρώ από απάτη το 2010 σε βάρος του Δημοσίου.
Προς το παρόν όμως, στο εσωτερικό μέτωπο, η κυβέρνηση Κόντε δεν αντιμετωπίζει μεγάλες απειλές, λόγω της μακράς φθοράς του υπόλοιπου πολιτικού συστήματος, αλλά και κινήσεων όπως η αντίδραση αμέσως μετά την κατάρρευση της γέφυρας Μοράντι στη Γένοβα.
Η άμεση δήλωση του Ντι Μάιο για καταγγελία της σύμβασης με την ιδιωτική Εταιρεία Αυτοκινητοδρόμων μπορεί ίσως να ήταν κάπως βιαστική, αλλά κατάφερε να πείσει τους Ιταλούς ότι δεν υπάρχουν επικίνδυνες, υπόγειες σχέσεις, που συνδέουν ιδιωτικά και δημόσια συμφέροντα.
