Επόμενος στόχος για φεμινίστριες στην Ιρλανδία, μετά την ιστορική νίκη του «ναι» στο δημοψήφισμα της περασμένης εβδομάδας με το οποίο εγκρίθηκε η νομιμοποίηση των αμβλώσεων, είναι κατάργηση της ρήτρας του συντάγματος για τις «γυναίκες στο σπίτι».
Η συγκεκριμένη διάταξη δεν έχει νομικές συνέπειες, αλλά πολιτικοί και ακτιβιστές εδώ και καιρό υποστηρίζουν ότι αποτυπώνει έναν σεξιστικό λόγο, που υπονομεύει τη θέση των γυναικών ή όπως έχει δηλώσει η αρχηγός του κόμματος Σιν Φέιν Μέρι Λου Μακντόναλντ, τις υποβιβάζει σε πολίτες «δεύτερη κατηγορίας».
Το άρθρο 41.2 του Συντάγματος λέει ότι το ιρλανδικό κράτος αναγνωρίζει ότι οι «γυναίκες στο σπίτι» παρέχουν στη χώρα στήριξη χωρίς την οποία «δεν μπορεί να επιτευχθεί το κοινό καλό», και γι’ αυτό το κράτος θα πρέπει να διασφαλίζει ότι «δεν είναι υποχρεωμένες, λόγω οικονομικής ανάγκης, να εργάζονται για να παραμελούν τα καθήκοντά τους στο σπίτι».
Σε μία συνταγματική διάσκεψη το 2013 ο πρωθυπουργός, Λέο Βαρανκάρ, πρότεινε να γίνει αλλαγή, ενώ όταν ανέλαβε πέρυσι τα καθήκοντά του υποσχέθηκε ότι θα είναι ένα από τα θέματα, τα οποία θα τεθούν σε δημοψήφισμα.
O Guardian επισημαίνει ότι η ψηφοφορία θα μπορούσε να έχει γίνει ήδη τον περασμένο Οκτώβριο. Οι επιλογές περιλαμβάνουν την πλήρη εξάλειψη της ρήτρας ή την αντικατάστασή της με αναφορά σε ουδέτερο φύλο.
Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, πολλοί ελπίζουν ότι κάτι τέτοιο θα δώσει την ευκαιρία να συζητηθούν ευρύτερα ζητήματα σχετικά με τη θέση των γυναικών και την ανισότητα των φύλων.
Η ρήτρα ακόμη κι αν είναι «νεκρό γράμμα στο σύνταγμα, αποτελεί συμβολισμό ενός λανθάνοντος σεξισμού, που δεν θέλουμε να παραδεχτούμε ότι εξακολουθεί» να υπάρχει στην κοινωνία μας, σχολίασε ένας φοιτητής Νομικής στο Δουβλίνο.
Ωστόσο, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η ψηφοφορία θα πρέπει να γίνει μόνο μετά την ολοκλήρωση της μάχης για το δικαίωμα υπέρ των αμβλώσεων με τη θέσπιση νομοθεσίας, που εγκρίθηκε αρχικά την περασμένη εβδομάδα.
Στο παρελθόν
Υπενθυμίζεται ότι η Διακήρυξη της Δημοκρατίας της χώρας κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του 1916 απευθυνόταν σε «Ιρλανδούς και Ιρλανδές».
Οι γυναίκες απέκτησαν πλήρη δικαιώματα ψήφου το 1922. Η πρώτη γυναίκα που εξελέγη μέλος της Βουλής στο Ουεστμίνστερ ήταν η Ιρλανδή επαναστάτρια Κόνστανς Μαρκιεβίς το 1918, αν και ως μέλος του Σιν Φέιν αρνήθηκε τη θέση.
Στις επόμενες δεκαετίες, οι νόμοι και οι παραδόσεις περιορίζουν το ρόλο της γυναίκας στην εργασία και γενικότερα στην κοινωνία, αφού ο γάμος και η μητρότητα θεωρούνται από πολλούς ασυμβίβαστα με την καριέρα.
Όταν το σύνταγμα του 1937 καταρτίστηκε επί Έιμαν Ντε Βαλέρα, φεμινιστές τον κατηγόρησαν ότι προσπάθησε με αντιδράστικες κινήσεις ενάντια στα πολιτικά και κοινωνικά κεκτημένα των γυναικών.
Μεταξύ αυτών ένας περιορισμός για τις έγγαμες εργαζόμενες στο δημόσιο, που δεν καταργήθηκε παρά μόνο το 1973, και μια πρόβλεψη που έδινε στον σύζυγο τη δυνατότητα να πουλήσει το σπίτι της οικογένειας χωρίς τη συγκατάθεση της γυναίκας του.
Μέχρι το 2016 πάνω από τις μισές γυναίκες εργάζονταν, αλλά το μισθολογικό χάσμα με τους άνδρες παραμένει περίπου στο 15%, ενώ μόλις 1 στα 10 μέλη διοικητικών συμβουλίων σε εταιρείες είναι γυναίκες.
Μετά το δημοψήφισμα για τις εκτρώσεις, οι ακτιβιστές επικεντρώνονται και σε θέματα όπως της διαφοράς στις αμοιβές μεταξύ των φύλων, η σεξουαλική εκπαίδευση και το κόστος της αντισύλληψης.
Πηγή: The Guardian
