Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο Μέζεμπεργκ, ένα μικρό χωριό έξω από το Βερολίνο, βρίσκεται από χθες η νέα κυβέρνηση της Ανγκελα Μέρκελ. Σύμφωνα με την καγκελαρία, πρόκειται για συνάντηση γνωριμίας των μελών του υπουργικού συμβουλίου και ανταλλαγής απόψεων για το κυβερνητικό έργο.

Η καγκελάριος θα δώσει σήμερα τις κατευθυντήριες γραμμές και οι υπουργοί τον προγραμματισμό των θεμάτων της αρμοδιότητάς τους.

Οι κατευθυντήριες γραμμές είναι λίγο έως πολύ γνωστές, από τη συμφωνία συνεργασίας των κομμάτων του μεγάλου συνασπισμού και τις προγραμματικές δηλώσεις της Μέρκελ στη Βουλή.

Το ενδιαφέρον εστιάζεται στις γραμμές που θα διαμορφωθούν από τους υπουργούς των Χριστιανοδημοκρατών, των Χριστιανοκοινωνιστών και των Σοσιαλδημοκρατών, τα σημεία απόκλισης και τον τρόπο με τον οποίο θα επιχειρήσει η καγκελάριος τη σύνθεση.

Η επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του SPD, Αντρέα Νάλες, αισθάνεται ήδη άβολα με τις πρωτοβουλίες του προέδρου του CSU και υπουργού Εσωτερικών Χορστ Ζεεχόφερ για το προσφυγικό και τη μεταναστευτική πολιτική, θέματα τα οποία ο υπουργός συνέδεσε ευθέως με την εσωτερική ασφάλεια.

Και ο μεταβατικός πρόεδρος του SPD, υπουργός Οικονομικών και αντικαγκελάριος Ολαφ Σολτς στα πρώτα του κυβερνητικά βήματα αισθάνεται άβολα, καθώς ο κορσές του προκατόχου του και νυν προέδρου της Βουλής, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, εξακολουθεί να είναι για τους Χριστιανοδημοκράτες και τους Χριστιανοκοινωνιστές της Βαυαρίας το ευαγγέλιο της οικονομικής πολιτικής.

Επιπλέον, το ακροδεξιό AfD και το φιλελεύθερο FDP από την αντιπολίτευση πιέζουν την κυβέρνηση ώστε να σφίξει ο κορσές κι άλλο στον επικαιροποιημένο προϋπολογισμό που θα κατατεθεί στη Βουλή μέσα στον Απρίλιο και να κοπεί εκεί η συζήτηση για τον νέο κύκλο μεταρρυθμίσεων στην Ε.Ε.

Δίχως επιπλέον κονδύλια από τους κρατικούς προϋπολογισμούς, ούτε οι προτάσεις του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ ούτε οι πιο φιλόδοξες ιδέες του Εμανουέλ Μακρόν θα έχουν την παραμικρή τύχη και, φυσικά, χωρίς εγγυήσεις επιτυχίας είναι πολύ δύσκολο για την Ε.Ε. -και την ευρωζώνη- να συμφωνήσει σε μεταβολές που αλλάζουν το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο.

Το θέμα της εσωτερικής ασφάλειας επανήλθε στην κορυφή της κυβερνητικής ατζέντας μετά την αιματηρή επίθεση στο κέντρο του Μίνστερ, αλλά με διαφορετική οπτική από αυτήν του υπουργού Εσωτερικών, Χ. Ζεεχόφερ, που αποδίδει την ανασφάλεια στον ισλαμικό κίνδυνο.

Η ανασφάλεια είναι πλέον σταθερό γνώρισμα της γερμανικής κοινωνίας, αφού σε όλες τις δημοσκοπήσεις πάνω από το 60% δηλώνει ότι οι διαφορές της ισλαμικής θρησκείας με τον χριστιανισμό είναι μείζον πρόβλημα, όπως επίσης και οι πολιτισμικές διαφορές. Παράλληλα, όμως, πολύ μεγάλη είναι και η αίσθηση οικονομικής ανασφάλειας, καθώς το 80% θεωρεί ότι η απόσταση μεταξύ φτωχών και πλουσίων έχει διευρυνθεί.

Στην τελευταία δημοσκόπηση Deutschlandtrend της δημόσιας τηλεόρασης ARD τα δύο τρίτα των πολιτών εξέφρασαν δυσαρέσκεια για το κυβερνητικό έργο, ενώ η δημοτικότητα της κ. Μέρκελ υποχωρεί συνεχώς, αν και το 57% δηλώνει πως είναι το κατάλληλο πρόσωπο για την καγκελαρία.

Αρνητική είναι και η εικόνα των μελών του υπουργικού συμβουλίου, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση του ινστιτούτου Civey για το Spiegel-online, όπως και των τριών κυβερνητικών κομμάτων.

Η «ισορροπία» που κούρασε

Μέχρι τώρα η καγκελάριος μπορούσε να ισορροπεί πάνω στις διαφορές των Χριστιανοκοινωνιστών με τους Σοσιαλδημοκράτες και να ικανοποιεί πότε τη δεξιά πτέρυγα του δικού της κόμματος και άλλοτε την κεντρώα.

Αυτή η τακτική όμως έχει κουράσει πολιτικά και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα που έχει να λύσει στο εσωτερικό η κ. Μέρκελ. Ανάλογο πρόβλημα έχει όμως και στο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον.

Γι’ αυτό και μέχρι την επόμενη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε., τον Ιούνιο, πιέζεται να ξεκαθαρίσει τη στάση της γερμανικής κυβέρνησης για όλα τα κρίσιμα θέματα που είναι ανοιχτά στο εσωτερικό της Γερμανίας και στην Ευρώπη.

Είναι ενδεικτικό ότι προσκλήθηκαν να μιλήσουν στο υπουργικό συμβούλιο ο πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Εργοδοτών, Ι. Κράμερ, ο πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Εργαζομένων, Ρ. Χόφμαν, ο γ.γ. του ΝΑΤΟ, Γ. Στόλτενμπεργκ, και ο πρόεδρος της Ε.Ε., Ζ.-Κ. Γιούνκερ.