Πολύ βαρύ πολιτικά αποδεικνύεται για τους Σοσιαλδημοκράτες το τίμημα της συμφωνίας για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης μεγάλου συνασπισμού στη Γερμανία, καθώς ο Μάρτιν Σουλτς έχασε και την προεδρία του κόμματος και την κυβερνητική θέση που θα αναλάμβανε.
Αλλά και στην άλλη πλευρά, στους Χριστιανοδημοκράτες, για πρώτη φορά εκδηλώνεται τόσο ανοιχτά η αμφισβήτηση προς το πρόσωπο της καγκελαρίου Ανγκελα Μέρκελ.
Η νέα κρίση στους Σοσιαλδημοκράτες, που ουδείς μπορεί να προκαταλάβει εάν θα εκτονωθεί με την έξοδο του Μ. Σουλτς, προκαλεί αναταραχή και στους Χριστιανοδημοκράτες.
Τα πρώτα πυρά επικεντρώθηκαν στην παραχώρηση του υπουργείου Οικονομικών.
Ο δήμαρχος του Αμβούργου και αντιπρόεδρος του SPD, Ολαφ Σολτς, που προαλείφεται για διάδοχος του Β. Σόιμπλε, δήλωσε στο Der Spiegel ότι θα εφαρμόσει με προσήλωση τον κανόνα των μηδενικών ελλειμμάτων, ωστόσο οι διαβεβαιώσεις αυτές φαίνεται πως δεν ήταν ικανοποιητικές για τον υφυπουργό Οικονομικών και επίδοξο διάδοχο της Α. Μέρκελ, Γενς Σπαν.
Σε συνέντευξή του στην αυστριακή εφημερίδα Die Presse τόνισε μεταξύ άλλων ότι η απώλεια του υπουργείου Οικονομικών «ήταν ένα σκληρό χτύπημα για το CDU» και προειδοποίησε τον Ο. Σολτς ότι θα είναι υπό επιτήρηση στην ευρωπαϊκή πολιτική, βάζοντας μάλιστα μπροστά το ελληνικό πρόγραμμα: «Δεν θέλω να ανοίγει σαμπάνιες ο Αλέξης Τσίπρας επειδή μερικοί πιστεύουν ότι με έναν υπουργό από το SPD θα υπάρξουν και πάλι περισσότερα χρέη και λιγότερες μεταρρυθμίσεις».
Τις αντιδράσεις προσπάθησε να καλμάρει ο μεταβατικός υπουργός Οικονομικών και στενός συνεργάτης της Α. Μέρκελ, Π. Αλτμάιερ, λέγοντας στην Bild ότι «στο σύμφωνο της κυβέρνησης συνασπισμού συμπεριελήφθησαν όλες οι διασφαλίσεις, οι οποίες είναι απαραίτητες για να μπορέσει να συνεχιστεί η πολιτική του Β. Σόιμπλε».
Απέναντι στη συμφωνία βγαίνει επιθετικά τώρα και ο πρόεδρος της Νεολαίας της Ενωσης, Πάουλ Ζίμιακ, λέγοντας στην Bild ότι «το κλίμα στην κομματική βάση είναι περισσότερο από κακό» και αποδίδοντας ευθύνες στην Α. Μέρκελ διότι, όπως λέει, «η επικοινωνία της ηγεσίας με τα μέλη, μετά τη γνωστοποίηση των υπουργείων, ήταν καταστροφική».
Ακόμη και στελέχη που ήταν στο πλευρό της καγκελαρίου στις διαπραγματεύσεις, όπως ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας, Φ. Κάουντερ, θεωρούν ότι «το κόστος της συμφωνίας ήταν πολύ μεγάλο».
Μετά από όλα αυτά, η Α. Μέρκελ με δηλώσεις της στην τηλεόραση ZDF τόνισε ότι «η συμφωνία ήταν επώδυνη αλλά αποδεκτή» και πρόσθεσε ότι «διαφορετικά δεν θα υπήρχε συμφωνία».
Ως προς τα πρόσωπα της κυβέρνησης, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρχουν αλλαγές, καθώς επικρίθηκε πως επέλεξε αποκλειστικά στενούς συνεργάτες της.
Στην περίπτωση που η συμφωνία απορριφθεί από τα μέλη του SPD, άφησε να εννοηθεί ότι θα πάει σε νέες εκλογές και η ίδια θα είναι πάλι υποψήφια καγκελάριος.
Οι πιο βιαστικοί στην κοινοβουλευτική της ομάδα θεωρούν ότι η Α. Μέρκελ θα πρέπει να δει θετικά το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης μειοψηφίας «ώστε να συνεχίσει να ασκεί την οικονομική πολιτική των Χριστιανοδημοκρατών», όπως δήλωσαν οι βουλευτές του CDU, Α. Σούστερ, Ι. Σένφλεντεν, Ο. Γκούτινγκ κ.ά., ενώ ο Κρίστιαν Βάγκνερ ζήτησε επιπλέον να ανοίξει η διαδικασία για τη διαδοχή της στην προεδρία του κόμματος.
Αποδιοπομπαίος τράγος
Στους Σοσιαλδημοκράτες, η άνοδος και η πτώση του Μ. Σουλτς δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία του κόμματος.
Τον Ιανουάριο του 2017 πήρε το «δαχτυλίδι» από τον Ζ. Γκάμπριελ και τον Μάρτιο εξελέγη πρόεδρος από το 100% των συνέδρων. Πριν συμπληρωθεί χρόνος, φεύγει από την ηγεσία και δεν θα αναλάβει κυβερνητικό πόστο.
Κατά μία εκδοχή, ο τέως πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πλήρωσε τις χρόνιες παθογένειες του SPD και έγινε ο αποδιοπομπαίος τράγος, καθώς δεν γνώριζε σε βάθος τις εσωκομματικές ισορροπίες.
Κατά μία άλλη, πλήρωσε τις αδυναμίες και τα αλλεπάλληλα λάθη του και αφήνει το SPD στη χειρότερη θέση που βρέθηκε ποτέ μεταπολεμικά.
Την Τρίτη θα συνεδριάσει το Πολιτικό Συμβούλιο του SPD προκειμένου να αποφασίσει εάν θα αναθέσει προσωρινά την προεδρία στην επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας, Αντρεα Νάλες.
Εναλλακτική επιλογή δεν υπάρχει, τουλάχιστον μέχρις ότου ολοκληρωθεί η εσωκομματική ψηφοφορία για την έγκριση ή μη της συμφωνίας κυβερνητικής συνεργασίας στις 2 Μαρτίου.
Η Χ. Ματάις, αναπληρώτρια της Α. Νάλες στην κοινοβουλευτική ομάδα, έθεσε (μέσω της εφημερίδας Tagesspiegel) θέμα εκλογής της νέας ηγεσίας απευθείας από τη βάση, πρόταση που απέρριψε με δηλώσεις στο NDR ο αντιπρόεδρος του κόμματος, Ράλφ Στέγκνερ, ως αντικαταστατική.
H αδελφή του Μ. Σουλτς, Ντόριs, σε συνέντευξη στην εφημερίδα Die Welt, επέρριψε ευθύνες σε όλη την ηγετική ομάδα του SPD, λέγοντας ότι δεν έκανε τίποτε για να τον προστατεύσει, ενώ στο παρασκήνιο αποκαλύπτεται πως μετά τις οξείες επικρίσεις της τοπικής κομματικής ηγεσίας της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, τελεσίγραφα είχαν στείλει στον Μ. Σουλτς και άλλες περιφερειακές οργανώσεις, από τη Λιψία, τη Σαξονία, το Βερολίνο κ.α.
Σε μια προσπάθεια να μειώσει την ένταση, ο γραμματέας Λαρς Κλινγκμπάιλ δήλωσε ότι η στελέχωση της κυβέρνησης θα αποφασιστεί μετά την ψηφοφορία των μελών του SPD.
