Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ιταλική πολιτική κινδυνεύει να οδηγηθεί σε επικίνδυνες περιπέτειες. Είναι σαφές ότι τους τελευταίους μήνες η «μαύρη απειλή» των δυνάμεων που αναφέρονται με άμεσο τρόπο σε φασιστικό αλλά και ναζιστικό παρελθόν, είναι όλο και πιο ορατή.

Τα γεγονότα που συνθέτουν το άκρως ανησυχητικό αυτό παζλ ανήκουν στην επικαιρότητα των τελευταίων εβδομάδων.

Πριν από τρεις εβδομάδες στο Κόμο ομάδα νεοναζί εισέβαλε σε γραφεία εθελοντικής οργάνωσης, η οποία βοηθά πρόσφυγες και μετανάστες.

Νέοι με ξυρισμένα κεφάλια διάβασαν παραληρηματικό κείμενο, στο οποίο αναφέρονταν στους «προδότες» που «ξεπουλάνε την πατρίδα», ενώ οι ξένοι «εισβάλλουν» στην Ιταλία.

Λίγες ημέρες αργότερα, ομάδα νεοφασιστών της Forza Nuova (Νέα Δύναμη) έριξε καπνογόνα έξω από τα γραφεία της εφημερίδας La Repubblica, απειλώντας τους δημοσιογράφους της επειδή τάσσονται υπέρ της χορήγησης της ιταλικής υπηκοότητας στα παιδιά των μεταναστών.

Οι νεοφασίστες διεμήνυσαν, μάλιστα, ότι πρόκειται μόνο για την αρχή ενός «πολιτικού πολέμου», ο οποίος πρόκειται οπωσδήποτε να συνεχιστεί.

Στη δε παραθαλάσσια συνοικία της Ρώμης, Οστια (η οποία μετρά πάνω από 200.000 κατοίκους), στον πρώτο γύρο των διαμερισματικών εκλογών της 5ης Νοεμβρίου η νεοφασιστική οργάνωση Casa Pound κατάφερε να εξασφαλίσει ποσοστό 9%.

Πρόκειται για περιοχή με ουσιαστικά, καθημερινά προβλήματα, στην οποία -όπως αποδείχτηκε- η μαφία προσπαθεί να ελέγξει σημαντικό ποσοστό ψηφοφόρων.

«Πολιορκία» της Βουλής

Από τη μία, μπορεί να διαπιστώσει κάποιος ότι δεν πρόκειται για πολιτικές δυνάμεις και οργανώσεις που, τουλάχιστον στη φάση αυτή, δείχνουν να είναι σε θέση να μπουν στο Κοινοβούλιο.

Αν και, σε ακόμη μια προπαγανδιστική έξαρση, η Casa Pound δεν δίστασε να ανακοινώσει ότι στις βουλευτικές εκλογές της ερχόμενης άνοιξης θα ήθελε να εξασφαλίσει ποσοστό 3%, ώστε να εισέλθει στη Βουλή και στη Γερουσία της Ρώμης.

Από την άλλη, όμως, το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι με τις επιθέσεις αυτές τα διάφορα νεοφασιστικά και νεοναζιστικά μορφώματα (τα οποία διατηρούν και στενές σχέσεις με τη Χρυσή Αυγή), προσπαθούν να επιβάλουν τη χρήση βίας στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Και να αποδείξουν ότι το ιταλικό Σύνταγμα (το οποίο απαγορεύει ρητά τη σύσταση κομμάτων και δυνάμεων που να έχουν σημείο αναφοράς τον φασισμό) στην πραγματικότητα δεν ισχύει.

Ολα αυτά, βέβαια, με την ελπίδα να καταφέρουν να εκμεταλλευτούν όλο και πιο «αποδοτικά» την απογοήτευση ή και την οργή μερίδας των πολιτών που νιώθουν ότι έχουν μείνει, και πιθανότατα θα συνεχίσουν να βρίσκονται, στο κοινωνικό περιθώριο.

«Σπορά» του Ντούτσε

Η όλη τους προσπάθεια, βέβαια, ευνοείται και από δυνάμεις της ιταλικής συντηρητικής παράταξης, οι οποίες συνεχίζουν να φλερτάρουν απροκάλυπτα με όσους θεωρούνται πολιτικοί κληρονόμοι του Ντούτσε.

Πρόκειται για κόμματα που ετοιμάζονται να συμμαχήσουν με τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ενόψει των εκλογών της άνοιξης. Για τη Λέγκα του Βορρά, κυρίως, αλλά και για τα Αδέλφια της Ιταλίας, με επικεφαλής την Τζόρτζια Μελόνι.

H Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι στο παρελθόν δεν δίστασε να μαζέψει υπογραφές, μαζί με τη Forza Nuova, ενάντια στη δημιουργία πολιτιστικών κέντρων μουσουλμάνων μεταναστών.

Και σε διαδηλώσεις της Λέγκα πάντα ήταν εύκολο να διακρίνει κάποιος σημαίες των νεοφασιστών.

Ο ίδιος ο Σαλβίνι, άλλωστε, τις μέρες αυτές προσπαθεί να πείσει τους Ιταλούς ότι οι ακροδεξιοί που συμμετέχουν στη νέα κυβέρνηση της Αυστρίας, δεν αποτελούν απειλή για την Ευρώπη, αλλά θέλουν απλώς να υπερασπιστούν τη χώρα τους.

Οσο για τα Αδέλφια της Ιταλίας και την Τζόρτζια Μελόνι, δεν κάνουν τίποτα για να κρύψουν τον θαυμασμό τους στο πρόσωπο του φασίστα δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι.

Πολιτικά, στην πλειονότητά τους κατάγονται από το καθαρά νεοφασιστικό κόμμα Κοινωνικό Κίνημα, το οποίο είχαν δημιουργήσει συνεργάτες του Ντούτσε.

Πρόκειται, επαναλαμβάνουμε, για δύο κόμματα που στοχεύουν στη διακυβέρνηση της Ιταλίας, χάρη σε συνεργασία με τον «πρώην καβαλιέρε», εκπρόσωπο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος στην Ιταλία.

Οι δημοκρατικές δυνάμεις της Ιταλίας, λοιπόν, θα πρέπει μάλλον να καταβάλουν τεράστια προσπάθεια για να γίνει και πάλι σαφές πού σταματά η πολιτική αντιπαράθεση και από ποιο σημείο και πέρα αρχίζει η υπεράσπιση και η προπαγάνδα του μίσους, των δικτατοριών του παρελθόντος και του τυφλού ρατσισμού.