Δεν μπορεί να προεξοφληθεί απολύτως τίποτα, αλλά το μήνυμα σχετικά με τις διαθέσεις του εκλογικού σώματος ήταν αρκετά σαφές.
Μιλάμε, βέβαια, για τον δεύτερο γύρο των δημοτικών εκλογών, στον οποίο είχαν δικαίωμα ψήφου μόλις τέσσερα εκατομμύρια ψηφοφόρων, με ένα τεράστιο ποσοστό αποχής που έφτασε το 54%.
Είναι σαφές, πάντως, ότι η Κεντροδεξιά, όταν ενώνεται με την άκρα Δεξιά, είναι ακόμη σε θέση να πετύχει τους στόχους της.
Στη Γένοβα, στη Λ’Ακουιλα, στο Ριέτι, στο Καταντζάρο και σε πολλές άλλες πόλεις της Ιταλίας, η συμμαχία του Μπερλουσκόνι με την ξενοφοβική Λέγκα του Βορρά (και με τη στήριξη των ακροδεξιών Αδελφών της Ιταλίας) κέρδισε τη δημαρχία.
Η Κεντροαριστερά του Ματέο Ρέντσι (σε πολλές περιπτώσεις ύστερα από συμμαχία με δυνάμεις της «πραγματικής Αριστεράς») άντεξε στο Λέτσε της Απουλίας, στον Τάραντα, στη Λούκα της Τοσκάνης, στην Πάδοβα της περιφέρειας Βένετο και σε μικρότερα αστικά κέντρα.
Στο σύνολο των είκοσι μεγαλύτερων πόλεων, όμως, δεκατέσσερις θα κυβερνηθούν από τη συντηρητική παράταξη.
Ο Ματέο Σαλβίνι, της Λέγκας του Βορρά, πανηγυρίζει και ελπίζει πως θα καταφέρει να ηγηθεί όλης της Δεξιάς στις επόμενες βουλευτικές εκλογές, όταν τελικά προκηρυχθούν.
Ο Ματέο Ρέντσι παραδέχεται ότι τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα περίμενε, αλλά προσπαθεί να περιορίσει τις διαστάσεις της ήττας και γράφει στο διαδίκτυο ότι στο σύνολο των δήμων (μικρών και μεγάλων), το Δημοκρατικό Κόμμα ήρθε πρώτο.
Ξέρει καλά, όμως, ότι σε περιοχές όπως η Γένοβα και το Σέστο Σαν Τζοβάνι (λίγο έξω από το Μιλάνο) η Δεξιά δεν είχε αναλάβει ποτέ μέχρι σήμερα την τοπική αυτοδιοίκηση.
Οσο για τον Μπέπε Γκρίλο, σίγουρα δεν μπορεί να νιώθει ενθουσιασμένος, αλλά κατάφερε -κατά κάποιο τρόπο- να περιορίσει τις απώλειες, τουλάχιστον επικοινωνιακά.
Τα Πέντε Αστέρια κέρδισαν μόνον την αναμέτρηση στην Καράρα, σε ό,τι αφορά τις μεγάλες πόλεις.
Ευελπιστούν, όμως, να υπερισχύσουν στις περιφερειακές εκλογές της Σικελίας, το ερχόμενο φθινόπωρο, όπως προβλέπουν και πολλοί αναλυτές.
Διαπιστώνουν, επίσης, ότι σε εθνικό επίπεδο, τα ποσοστά τους σε ό,τι αφορά την πρόθεση ψήφου δεν έχουν μειωθεί και συνεχίζουν να ξεπερνούν εκείνα των Δημοκρατικών.
Οι σχολιαστές υπογραμμίζουν μια από τις τόσες αντιφάσεις της ιταλικής πολιτικής και εξηγούν για ποιο λόγο ούτε ο Ρέντσι αλλά ούτε και ο Μπερλουσκόνι έχουν κάποιο λόγο για να μπορούν να είναι πραγματικά αισιόδοξοι.
Ο «πρώην καβαλιέρε» κέρδισε, όντως, πολλούς σημαντικούς δήμους, μαζί με τους ακραίους συμμάχους του.
Γνωρίζει καλά, όμως, ότι αν επισημοποιήσει μια κάποια συμφωνία εν όψει των βουλευτικών εκλογών, ο γραμματέας της Λέγκας (που είναι σχεδόν κατά σαράντα χρόνια νεότερός του), θα κάνει ό,τι μπορεί για να τον θέσει οριστικά εκτός παιχνιδιού.
Σε ό,τι αφορά τον Ματέο Ρέντσι, δε, θέλησε να υπογραμμίσει ότι η ψήφος αυτή δεν οδηγεί σε κανένα οριστικό συμπέρασμα σχετικά με τη χρησιμότητα των συμμαχιών της «ευρύτερης Κεντροαριστεράς».
Και αυτό επειδή ξέρει ότι αν ξαναδημιουργηθεί ένα είδος συμμαχίας της Ελιάς, θα του ζητηθεί να κάνει τουλάχιστον ένα βήμα πίσω και να μην είναι σε καμία περίπτωση υποψήφιος πρωθυπουργός.
Στην πραγματικότητα, ο στρατηγικός στόχος των πρώην Δημοκρατικών (όπως είναι ο Ντ’Αλέμα, ο Μπερσάνι και ο Σπεράντσα) αλλά και των άλλων δυνάμεων της Αριστεράς είναι ο Ρέντσι να εγκαταλείψει το προσκήνιο, διότι θεωρούν ότι δεν συμμερίζεται τις κύριες, προοδευτικές αξίες.
Υπόγειες εντάσεις

Τις επόμενες εβδομάδες, δηλαδή, αναμένεται πόλεμος νεύρων, με εμφανή και υπόγεια ένταση, τόσο στο στρατόπεδο της Κεντροδεξιάς όσο και σε εκείνο της Κεντροαριστεράς.
Φαινομενικά, οι βουλευτικές εκλογές απομακρύνονται μέχρι την κανονική λήξη της νομοθετικής περιόδου, τον ερχόμενο Φεβρουάριο, ή και με παράταση για τον Απρίλιο του 2018.
Παράλληλα μ’ αυτές οι δυσκολίες και τις προσωπικές συγκρούσεις, άλλωστε, πρέπει να ληφθεί υπόψη μια άλλη, ουσιαστική παράμετρος: ο διάλογος για την έγκριση του νέου εκλογικού νόμου ναυάγησε οριστικά και εκτός αν υπάρξουν θεαματικές εκπλήξεις, η χώρα θα πάει σε βουλευτικές εκλογές με απλή αναλογική.
Κάτι που σημαίνει πως τόσο ο Σίλβιο όσο και ο Ματέο είναι πολύ πιθανό να αποφασίσουν να πορευτούν αυτόνομα μέχρι τις εκλογές για την ανανέωση του Κοινοβουλίου, χωρίς να ανοίξουν τα χαρτιά τους σε ό,τι αφορά τις διάφορες, πιθανές συμμαχίες.
Ολα αυτά, βέβαια, αν καταφέρουν να εξασφαλίσουν, πρώτα, την πολιτική τους επιβίωση.
