«Παραδέχομαι ότι το να έρθω εδώ απόψε δεν ήταν το ευκολότερο πράγμα για μένα. […] Υπήρχαν φορές που δεν ήθελα να ξαναβγώ από το σπίτι».
Μια αγνώριστη Χίλαρι Κλίντον έκανε τη δεύτερη δημόσια εμφάνισή της μετά την Τετάρτη σε φιλανθρωπική εκδήλωση: φανερά στενοχωρημένη και καταβεβλημένη, σκιά του παλιού της εαυτού.
Θα έλεγε κανείς ότι η άνοδος και η πτώση της «σίγουρης» νικήτριας έχει κάποια δόση τραγικότητας. Θα το έλεγε, αν δεν είχε παρακολουθήσει τη σκληρότητα, την αλαζονεία και την ισοπεδωτική φιλοδοξία με την οποία πορευόταν για χρόνια.
Για πολλά αμερικανικά ΜΜΕ και φεμινίστριες η Χίλαρι Κλίντον έχασε λόγω… μισογυνισμού.
«Τα κορίτσια μπορούν να γίνουν τα πάντα εκτός από πρόεδροι», έγραφε το κύριο άρθρο των «New York Times» δυο μέρες μετά τις εκλογές, αποδίδοντας την ήττα της Κλίντον μόνο στο ζήτημα του φύλου.
Σαν να μην υπήρχαν πολιτικά επίδικα σε αυτές τις εκλογές και σαν να μην ήταν η Χίλαρι μια υποψήφια που είχε ταυτιστεί με τα συμφέροντα της επιχειρηματικής ελίτ, με επιθετική εξωτερική πολιτική και που αναγκάστηκε λόγω Μπέρνι Σάντερς να προσθέσει και κάποια πιο φιλολαϊκά μέτρα στην ατζέντα της.
Είναι όντως τόσο σεξιστική η αμερικανική κοινωνία; Και, αν ναι, είναι περισσότερο σεξιστική από την Αργεντινή, όπου η Κριστίνα Φερνάντες δε Κίρτσνερ ήταν πρόεδρος για δύο τετραετίες, από τη Χιλή, όπου η Μισέλ Μπατσελέτ διανύει τη δεύτερη θητεία της ως προέδρου ή από τη Βραζιλία που εξέλεξε δυο φορές στη σειρά την Ντίλμα Ρούσεφ;
Και, για να μιλήσουμε με αυστηρά φεμινιστικούς όρους, πόσο πραγματικά «φεμινιστική» και πρότυπο για τις άλλες γυναίκες υπήρξε η πορεία της Χίλαρι Κλίντον;
Η Χίλαρι Ρόνταμ, μετέπειτα Κλίντον, υπήρξε καλή μαθήτρια, άριστη φοιτήτρια, επιτυχημένη δικηγόρος και σύζυγος ενός φιλόδοξου και επιτυχημένου άντρα που δεν μπορούσε να κρατήσει κλειστό το φερμουάρ του.
Είχε και η ίδια πολιτικές φιλοδοξίες και δεν το έκρυψε ποτέ.
Ηδη το 1992, στην πρώτη προεκλογική εκστρατεία του Μπιλ Κλίντον, έδειξε προς όλες τις κατευθύνσεις ότι εκείνη δεν θα ήταν μια συνηθισμένη Πρώτη Κυρία. «Μαζί μας παίρνετε, “δύο στο πακέτο του ενός”», έλεγε τότε.
Η Χίλαρι δεν ήταν ακριβώς Ντανιέλ Μιτεράν, ούτε Μαργαρίτα Παπανδρέου: γυναίκες που δημόσια ήταν φεμινίστριες και στο σπίτι υφίσταντο υπομονετικά τις περιπέτειες και παράλληλες σχέσεις του συζύγου για λόγους που μόνο οι ίδιες γνώριζαν.
Οπως ακριβώς έκαναν χιλιάδες άλλες γυναίκες, πιο παραδοσιακές, που ποτέ δεν δήλωσαν φεμινίστριες.
Το ίδιο έκανε κι εκείνη, μόνο που κάτι βασικό τη διαφοροποιούσε: η υπέρμετρη φιλοδοξία της.
Η Χίλαρι βίωσε τον διασυρμό και την υπερέκθεση της οικογενειακής της ζωής χωρίς να φύγει. Παρά την Πόλα, την Τζένιφερ, τη Μόνικα, τις «ανάρμοστες σχέσεις» και τα λεκιασμένα φορέματα.
«Στάθηκε δίπλα στον άντρα της», ακολουθώντας πιστά τον στίχο του παλιομοδίτικου κάντρι τραγουδιού της Tammy Wynnette «Stand by your man».
Οι επιλογές της
Γιατί, άραγε, η Χίλαρι Ρόνταμ δεν επιχείρησε να χαράξει εξαρχής μια αυτόνομη πορεία στην πολιτική;
Γιατί κράτησε έναν σύζυγο που οποιαδήποτε σοβαρή, ανεξάρτητη γυναίκα θα είχε διώξει προ πολλού με τις κλοτσιές;
Θεώρησε, άραγε, πως μια γυναίκα δεν μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στην αμερικανική πολιτική σκηνή παρά μόνο αν πρώτα «μεγαλώσει» στη σκιά ενός άντρα;
Ερωτήματα φιλοσοφικής φύσεως, στα οποία δύσκολα θα δοθεί απάντηση. Σίγουρα όμως δεν μπορούν να μείνουν ασχολίαστα.
«Ο φεμινισμός της Χίλαρι Κλίντον είναι απάτη», έγραψε παλιότερα η γνωστή Αμερικανίδα φεμινίστρια Καμίλ Πάλια στον ιστότοπο «Daily Beast». «Πήγε στον πλούτο και στην εξουσία καβάλα στο φράκο του συζύγου της και συνωμότησε ανήθικα στον εξευτελισμό και στη διάλυση των γυναικών που έπεσαν θύματα της κατ’ εξακολούθησιν κακοποίησης από τον σύζυγό της».
«Αν το φύλο είναι το μόνο πράγμα που μετρά στην ελπίδα για την εκλογή της πρώτης γυναίκας προέδρου, τότε η Χίλαρι Κλίντον είναι εντάξει. Αν όμως αυτό που επιθυμούμε πραγματικά είναι ένα πρότυπο, τότε η Χίλαρι Κλίντον είναι η λάθος υποψήφια. Το μήνυμα που θα περνούσε μια πρόεδρος Κλίντον είναι ότι οι γυναίκες μπορούν να πετύχουν τα πάντα – αρκεί να παντρευτούν τον σωστό άντρα», έγραφε πέρυσι η «Washington Examiner», αφού η Χίλαρι είχε πια ανακοινώσει την απόφασή της να διεκδικήσει το χρίσμα.
Αλλά, αν η μετέπειτα πολιτική της καριέρα στηρίχθηκε σε ένα «ντιλ» με τον άπιστο σύζυγο Μπιλ Κλίντον, μάλλον «λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο».
Το 2008, το βαρύ πυροβολικό Χίλαρι, η «αναπόφευκτη υποψήφια», όπως την αποκαλούσαν τότε πολλά αμερικανικά ΜΜΕ, έχασε από ένα αουτσάιντερ, τον Αφροαμερικανό Μπαράκ Ομπάμα.
Στη συνέχεια, η θητεία της ως υπουργού Εξωτερικών στην πρώτη τετραετία Ομπάμα, αλλά και νωρίτερα, ως γερουσιαστή, ήταν αρκετή ώστε να μην τη συμπαθήσει –για να το πούμε κομψά– ένας προοδευτικός άνθρωπος: ψήφος υπέρ της επέμβασης στο Ιράκ, επέμβαση στη Λιβύη, αποσταθεροποίηση της Συρίας…
Για να μην αναφερθούμε στα σκάνδαλα του Ιδρύματος Κλίντον, στις ακριβοπληρωμένες ομιλίες της σε στελέχη της Wall Street, της Goldman Sachs και όλου του χρηματοπιστωτικού κατεστημένου…
Φέτος, πάνω στο μεγάλο στοίχημα της ζωής της, έχασε πάλι από ένα αουτσάιντερ: τον πάμπλουτο, χοντράνθρωπο, ρατσιστή και σεξιστή Ντόναλντ Τραμπ.
Λίγο έλειψε να πάθει το ίδιο νωρίτερα, στην πορεία για το χρίσμα, από ένα άλλο αουτσάιντερ, τον γερουσιαστή του Βερμόντ Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος εξέθεσε όσο λίγοι τη διαπλοκή της με την επιχειρηματική ελίτ.
Το συστημικό προφίλ της Χίλαρι Κλίντον και το βεβαρημένο παρελθόν της, αλλά και του άντρα της ήταν ό,τι χειρότερο για να μην κινητοποιηθούν οι πιο προοδευτικοί ψηφοφόροι, ώστε να την προτιμήσουν ως το μικρότερο κακό, ούτε η γυναικεία αλληλεγγύη.
«Δεν ψηφίζω με το αιδοίο μου», είπε η Σούζαν Σαράντον, μια ηθοποιός γνωστή για τις προοδευτικές ιδέες της και από τις λίγες διάσημες που ανακοίνωσαν προεκλογικά ότι δεν θα την στηρίξουν.
Το γιατί το διατύπωσε εύστοχα σε παλιότερο άρθρο στη «Huffington Post» η καλλιτέχνις και ακτιβίστρια Τζούλια Σαρ-Λεβίν:
«Το να έχουμε μια γυναίκα στον Λευκό Οίκο θα ήταν ένα ιστορικό βήμα. Αν πρόκειται όμως να αγκαλιάσουμε έναν φεμινισμό που δεν περιορίζεται στην ενσωμάτωση γυναικών (ιδιαίτερα των εύπορων λευκών γυναικών) στον κορπορατικό καπιταλισμό, τότε χρειαζόμαστε μια πρόεδρο που να είναι πρόθυμη να συγκρουστεί με το κατεστημένο.
Χρειαζόμαστε μια ηγέτιδα που να μη φοβάται να σταθεί απέναντι σε ένα σύστημα που εξιδανικεύει το κέρδος σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και που θα εργαστεί για να το αντικαταστήσει με ένα άλλο, το οποίο θα υπηρετεί τα συμφέροντα όλων των πολιτών. Η Χίλαρι Κλίντον δεν θέλησε ποτέ κάτι τέτοιο».
