Την εποχή Ομπάμα αναπολεί ήδη το Βερολίνο, ενώ προσπαθεί να εκτιμήσει τις αλλαγές που θα φέρει η εκλογή του Ντ. Τραμπ στις διεθνείς ισορροπίες, αλλά και τις «αντανακλάσεις» που θα έχει η πολιτική του νέου Αμερικανού προέδρου στην Ε.Ε. και την ηγεμονική θέση της Γερμανίας.
Η συγχαρητήρια δήλωση της καγκελαρίου Α. Μέρκελ μόνον πανηγυρική δεν ήταν για τη νέα σελίδα των ΗΠΑ. Τις ανησυχίες της γερμανικής κυβέρνησης διατύπωσαν μία προς μία οι άλλοι κυβερνητικοί παράγοντες, από τον υπουργό Εξωτερικών Φ.Β. Σταϊνμάγερ και την υπουργό Αμυνας Φον ντερ Λάιεν έως τον υπουργό Οικονομικών Β. Σόιμπλε και τον αντικαγκελάριο Ζ. Γκάμπριελ, σε ασυνήθιστα οξείς τόνους προς την Ουάσινγκτον.
Η ηγεσία της Γερμανίας δεν είχε κρύψει την προτίμησή της προς τη Χ. Κλίντον, παρά το γεγονός ότι η εκλογή Τραμπ θεωρούνταν πιθανή και στα επιτελεία των κυβερνητικών εταίρων, του CDU-CSU και του SPD, προετοιμάζονταν για το ενδεχόμενο αυτό, όπως και τα Ινστιτούτα Οικονομικής Πολιτικής, αφού στην περίπτωση νίκης των Δημοκρατικών οι αναταράξεις χαρακτηρίζονταν ήσσονος σημασίας.
Την προηγουμένη των αμερικανικών εκλογών η καγκελάριος Α. Μέρκελ, μετά τη συνάντηση με την πρωθυπουργό της Νορβηγίας Ε. Σόλμπεργκ, δήλωσε ότι με νίκη της Χ. Κλίντον θα γινόταν «καλύτερη η ισορροπία των δύο φύλων σε θέσεις εξουσίας», αφήνοντας παράλληλα αιχμές προς τη Μόσχα για το θέμα των διαρροών χιλιάδων e-mails, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Φ.Β. Σταϊνμάγερ, στη συνάντηση με τους ομολόγους του της Σουηδίας, της Φινλανδίας και της Δανίας, εξέφραζε τον προβληματισμό του για «τον διχασμό στις ΗΠΑ και το πώς θα γεφυρωθεί».
Μπορεί να είναι ειλικρινείς οι προβληματισμοί αυτοί, της καγκελαρίου και των κορυφαίων υπουργών της γερμανικής κυβέρνησης, όμως τα μεγαλύτερα προβλήματα που έχουν να αντιμετωπίσουν τώρα είναι άλλα.
Το πρώτο και κρισιμότερο είναι οι σχέσεις της Γερμανίας με τις ΗΠΑ, σχέσεις στις οποίες είχαν επενδύσει όλες οι γερμανικές κυβερνήσεις μετά την επανένωση της χώρας και την ηγεμονική θέση που απέκτησε στην Ε.Ε. Η Α. Μέρκελ δήλωσε πρόθυμη να συνεργαστεί στενά με τον Ντ. Τραμπ στο πλαίσιο των αρχών και των αξιών που διέπουν την έως τώρα συνεργασία των δύο χωρών.
Οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Ε.Ε. Πέρυσι οι ευρωπαϊκές εξαγωγές ανήλθαν σε 371 δισ. ευρώ και οι εισαγωγές από τις ΗΠΑ σε 248 δισ. ευρώ και πάνω από το ένα τρίτο του όγκου των συναλλαγών κατέχει η Γερμανία.
Ανάλογη είναι η σχέση και στον τομέα των άμεσων επενδύσεων, με την Ε.Ε. να διαθέτει πάνω από 120 δισ. ευρώ και οι ΗΠΑ γύρω στα 80 δισ. ευρώ, μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση των παραγώγων, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Ε.Ε.
Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου IFO του Μονάχου, οι εξαγωγές της Γερμανίας στις ΗΠΑ έφτασαν πέρυσι στα 114 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 10% των συνολικών γερμανικών εξαγωγών.
Πώς θα διαμορφωθούν οι οικονομικές σχέσεις μετά την ανάληψη της προεδρίας των ΗΠΑ από τον Ντ. Τραμπ είναι ένα ερώτημα και για τον πρόεδρο της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Ομοσπονδιακής Βουλής Ν. Ρέτγκεν (CDU), που θεωρεί ότι «η φρασεολογία και ο τρόπος συμπεριφοράς του Τραμπ είναι μια παράλογη παρακαταθήκη, την οποία δεν μπορεί τόσο εύκολα να αποτινάξει».
Τις ίδιες ανησυχίες εξέφρασε και ο αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομίας Ζ. Γκάμπριελ, εκτιμώντας ότι ο Ντ. Τραμπ είναι ο εκφραστής «ενός νέου αυταρχικού κινήματος σοβινισμού».
Σε έκθεση του υπουργείου Οικονομίας, γίνεται λόγος για περιοριστικά μέτρα από την Ουάσινγκτον, ενδεχόμενο που θα πλήξει την εξωστρεφή γερμανική οικονομία, ιδίως εάν ο αμερικανικός προστατευτισμός συμπαρασύρει και την Κίνα σε πιο αυστηρούς φραγμούς.
Υπό το πρίσμα αυτό η επίσκεψη του Μπ. Ομπάμα στο Βερολίνο, στις 17 Νοεμβρίου, που μέχρι την περασμένη Τρίτη είχε κατά βάση εθιμοτυπικό χαρακτήρα, θεωρείται πλέον μεγάλης πολιτικής σημασίας.
Πέραν των οικονομικών σχέσεων και των εμπορικών συμφωνιών Ε.Ε.-ΗΠΑ, το Βερολίνο θέλει να αποσαφηνιστεί η τύχη της ΤΤΙΡ για την οποία πίεζε έως τώρα περισσότερο η Ουάσινγκτον, πλην όμως, με τη διοίκηση Τραμπ ενδέχεται «να παγώσει ίσως και για δύο χρόνια», όπως έσπευσε να προειδοποιήσει ο πρόεδρος της Ε.Ε., Ζ.-Κ. Γιούνκερ, μεταφέροντας κατά κύριο λόγο τις ανησυχίες της Γερμανίας.
Η αισιόδοξη πρόβλεψη είναι πως η συμφωνία θα προχωρήσει, καθώς είναι αναγκαία και για την αμερικανική οικονομία και προς αυτή την κατεύθυνση θα πιεστεί ο νέος Αμερικανός πρόεδρος και από τους Δημοκρατικούς αλλά και από τους εσωτερικούς του αντιπάλους στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, τους γερουσιαστές Πόρτμαν, Μακ Κέιν και Ρούμπιο.
Με την ίδια ένταση έχει τεθεί ήδη και το θέμα της συνεργασίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Η υπουργός Αμυνας Φον ντερ Λάιεν και ο υπουργός Εξωτερικών Φ.Β. Σταϊνμάιερ έσπευσαν στις πρώτες δηλώσεις τους μετά τη νίκη Τραμπ να επισημάνουν ότι θα ζητήσουν αποσαφήνιση της πολιτικής του Αμερικανού προέδρου.
Ενδεικτική της νευρικότητας είναι η πρωτοβουλία του υπουργού Εξωτερικών να συγκαλέσει σύσκεψη των ομολόγων του της Ε.Ε. στο Βερολίνο την Κυριακή, ενώ τη Δευτέρα έχει προγραμματιστεί συνάντηση στις Βρυξέλλες.
Οι θερμές εκδηλώσεις υπέρ του Ντ. Τραμπ από τη Ρωσία και την Τουρκία προσθέτουν νέους πονοκεφάλους στην κυβέρνηση της Γερμανίας, που θεωρεί ότι ο Βλ. Πούτιν και ο Τ. Ερτογάν θα κινούνται εφεξής πιο επιθετικά έναντι της Ε.Ε. και του Βερολίνου, σε όλα τα ανοιχτά μέτωπα, από την κρίση στην Ουκρανία και τη Συρία έως το προσφυγικό.
Ο τρίτος μεγάλος φόβος του Βερολίνου είναι αυτές οι πιέσεις να εκδηλωθούν συντονισμένα και να έχουν άμεσες αντανακλάσεις στο εσωτερικό της Ε.Ε., η οποία επίσης βρίσκεται αντιμέτωπη με κύματα σοβινισμού.
Ο υπουργός Οικονομικών Β. Σόιμπλε, σε άρθρο του στην «Bild», μίλησε για «δημαγωγικό λαϊκισμό, που δεν είναι αποκλειστικό πρόβλημα των ΗΠΑ», ενώ ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Γ. Φίσερ έκανε λόγο στη «Handelsblatt» για «ένα πραγματικό σενάριο τρόμου που έχει μπροστά της η Ε.Ε.».
Τη νίκη Τραμπ χαιρέτισαν με διθυράμβους ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Β. Ορμπαν και η κυβέρνηση της Πολωνίας του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη, όπως και όλα τα αντιευρωπαϊκά κόμματα στις άλλες χώρες της Ε.Ε.
Οι δημοσκοπήσεις προ των αμερικανικών εκλογών έφεραν τους Πολωνούς και τους Ούγγρους να διάκεινται θετικά απέναντι στον Ντ. Τραμπ σε ποσοστό κοντά στο 70%, ενώ ακολουθούν οι Γάλλοι με ποσοστό 60%.
Το εφιαλτικό σενάριο του Γ. Φίσερ είναι να ξεκινήσει ένα νέο ντόμινο ακροδεξιού λαϊκισμού με τις προεδρικές εκλογές στην Αυστρία στις 4 Δεκεμβρίου, εάν ο Ν. Χόφερ πάρει τη ρεβάνς από τον Πράσινο Φαν ντερ Μπέλεν, και να επεκταθεί στην Ολλανδία και τη Γαλλία τον επόμενο χρόνο, προκαλώντας πρόσθετα ερωτήματα ως προς την πορεία της Ε.Ε. και κατ’ επέκταση τη θέση της Γερμανίας.
Το πιο εφιαλτικό σενάριο για την κυβέρνηση Μέρκελ θα είναι να πηγαίνει στις ομοσπονδιακές εκλογές το φθινόπωρο του 2017 και να αμφισβητείται από παντού η ευρωπαϊκή της πολιτική.
Μέχρι πρότινος η εσωτερική πίεση από τη νέα Ακροδεξιά, όπως εκφράζεται από το ξενοφοβικό και αντιευρωπαϊκό AfD, θεωρούνταν αναστρέψιμη από τους κυβερνητικούς εταίρους, το CDU, τους Χριστιανοκοινωνιστές της Βαυαρίας και το SPD.
Το πόσο χειρότερη μπορεί να γίνει αυτή η πίεση φαίνεται από τη διάθεση της Α. Μέρκελ να προχωρήσει σε άνοιγμα και προς τους Πράσινους, ενόψει της εκλογής νέου προέδρου της Δημοκρατίας τον Φεβρουάριο, μην αποκλείοντας τον Πράσινο Β. Κρέτσμαν, που εκλέχθηκε πρόσφατα πρωθυπουργός στο κρατίδιο της Βιρτεμβέργης, ενώ το SPD επιμένει στον Φ. Β. Σταϊνμάγερ.
