Με μια λίστα καθηκόντων για την επόμενη μέρα από την εκλογή Τραμπ «χτύπησε» χθες το βράδυ ο σκηνοθέτης Μάικλ Μουρ, ο άνθρωπος που είχε προβλέψει ήδη από τον Ιούλιο τη νίκη του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου. Σε ανάρτησή του στο facebook λέει ότι το πρώτο καθήκον είναι η ανάληψη του ελέγχου του Δημοκρατικού Κόμματος και η εκ νέου απόδοσή του στον λαό.
«Απολύστε όλους τους συμβούλους, τους δημοσκόπους και τους ανθρώπους των μίντια, οι οποίοι αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν το δικό τους αφήγημα και να αφουγκραστούν την πραγματικότητα», έγραψε, καλώντας κάθε Δημοκρατικό μέλος του Κογκρέσου να αγωνιστεί με το ίδιος πάθος με το οποίο αγωνίστηκαν επί οκτώ χρόνια οι Ρεμπουμπλικανοί, ακυρώνοντας και μπλοκάροντας κάθε προοδευτική πρωτοβουλία του Ομπάμα.
Δεν παρέλειψε βέβαια να υπογραμμίσει ότι πραγματική νικήτρια στις ψήφους του λαού ήταν η Χίλαρι Κλίντον και όχι ο Τραμπ, κάτι που διαστρέφεται από «μια παράλογη ιδέα του 18ου αιώνα, η οποία λέγεται Κολέγιο των Εκλεκτόρων».
Ετσι, λέει ο σκηνοθέτης, «εξακολουθούμε να ζούμε σε μια χώρα στην οποία η πλειοψηφία συμφωνεί με τη “φιλελεύθερη” θέση, απλώς δεν έχουμε τη φιλελεύθερη ηγεσία που θα αναλάβει να την κάνει πραγματικότητα».
«Ξυπνώντας σήμερα το πρωί σ’ ένα αλλαγμένο σύμπαν και προσπαθώντας ν’ αποφύγω την απελπισία, έγραψα ορισμένες προτάσεις», σημείωσε στη δική του ανάρτηση στο facebook ο Ρόμπερτ Ράιχ, διάσημος οικονομολόγος, καθηγητής του Μπέρκλεϊ και πρώην υπουργός Οικονομικών του Μπιλ Κλίντον.
Αφού πρώτα κατακεραυνώνει το επιτελείο του Δημοκρατικού Κόμματος και «τις υπόλοιπες φιγούρες του κατεστημένου» που εμπόδισαν τον Μπέρνι Σάντερς να πάρει το χρίσμα, λέει ότι τώρα η πρακτική προτεραιότητα είναι η υπεράσπιση των πολιτικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, αλλά και όλων των κοινωνικών ομάδων που χρειάζονται προστασία.
Κατά δεύτερον, οι Αμερικανοί πρέπει να προστατεύσουν κάθε πρόοδο που έχει επιτευχθεί στα θέματα του περιβάλλοντος, του βασικού μισθού, της ασφάλισης υγείας και του δημόσιου χαρακτήρα των κολεγίων.
Τέλος, ζητά την «ανακατάληψη» του Δημοκρατικού Κόμματος και, εάν αυτό δεν είναι εφικτό, την ίδρυση ενός τρίτου κόμματος, το οποίο θα γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη λευκή εργατική τάξη και τους έγχρωμους πολίτες, δημιουργώντας μια συμμαχία που θα μπορεί όχι μόνο να νικήσει στις εκλογές, αλλά και να αναστρέψει τις ανισότητες που έφτασαν τη χώρα σ’ αυτό το σημείο.
Με μια ισχυρή δόση ειρωνείας αλλά και απογοήτευσης ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν γράφει στους «New York Times» ότι η Αμερική μπορεί να έχει πλέον μετατραπεί σ’ ένα «αποτυχημένο κράτος» (failed state), με εκατομμύρια ανθρώπους -λευκούς, κυρίως σε αγροτικές περιοχές- να συμμερίζονται ένα όραμα βασισμένο στο «αίμα και στο έδαφος», δηλαδή σε μια παραδοσιακή πατριαρχία και σε μια ρατσιστική ιεραρχία.
Νωρίτερα, με ένα tweet, είχε μιλήσει για το τέλος του «αμερικανικού ειδυλλίου», δηλαδή, όπως εξήγησε, μιας προσέγγισης της αμερικανικής ιστορίας «σαν ένα είδος μυθιστορήματος, το οποίο μπορεί να περιέχει μεγάλη δόση τραγωδίας, αλλά έχει πάντα ένα ευτυχισμένο τέλος».
Πρόκειται, όπως λέει, για ένα είδος αμερικανικής εξαιρετικότητας, για την αφήγηση μιας ιστορίας, «σύμφωνα με την οποία σε καιρούς κρίσης πάντα βρίσκουμε τον ηγέτη -τον Λίνκολν ή τον Ρούσβελτ- και το ηθικό κουράγιο που χρειαζόμαστε». Παραδέχεται ότι και ο ίδιος πίστεψε σ’ αυτή την αφήγηση, αλλά καταλήγει λέγοντας ότι τώρα είναι ώρα για αναστοχασμό και όχι για παραίτηση.
Από την πλευρά του ο Βρετανός δημοσιογράφος και συγγραφέας Πολ Μέισον έγραψε στον «Guardian» άρθρο με τίτλο «Η παγκοσμιοποίηση είναι νεκρή και η λευκή υπεροχή έχει θριαμβεύσει».
Σ’ αυτό υποστηρίζει ότι ο θρίαμβος του Τραμπ αποτελεί προδοσία των εθνικών μειονοτήτων και των γυναικών και καλεί τους προοδευτικούς να κατευθύνουν την ενέργειά τους στην οικοδόμηση μιας εναλλακτικής στο αποτυχημένο νεοφιλελεύθερο μοντέλο, το οποίο έχει πάψει να λειτουργεί και το μόνο που μπορεί να προσφέρει είναι ή μια ανάπτυξη-ζόμπι βασισμένη στο χρήμα των κεντρικών τραπεζών ή στη χειρότερη περίπτωση στασιμότητα.
Ευθύνες στον Ομπάμα
Σε άλλο μήκος κύματος ο Βρετανός συγγραφέας Ταρίκ Αλί χαρακτηρίζει τη νίκη του Τραμπ «μια τεράστια ήττα για το κατεστημένο του φιλελεύθερου εξτρεμιστικού κέντρου» και σαρκάζει τη λύπη των Κρούγκμαν και Φρίντμαν.
Παράλληλα λέει ότι η εκλογή του Τραμπ οφείλεται και στην προεδρία Ομπάμα, κατά την οποία διεξάγονται επτά πόλεμοι και συνεχίζονται καθημερινά οι βομβαρδισμοί από τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Οσο για την Κλίντον; «Δεν πρόσφερε τίποτα καινούργιο. Αντιπαθής και αναξιόπιστη, το μόνο που ήθελε ήταν η εξουσία και αυτό ήταν απολύτως προφανές».
Με περισσότερο φιλοσοφική διάθεση ο οικονομολόγος Φιλίπ Λεγκρέν γράφει στο Project Syndicate για τη «Νέα παγκόσμια αταξία του Τραμπ»: «Πήρε τόσο καιρό για το τέλος της Ιστορίας. 27 χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και την κατάρρευση του κομμουνισμού στην Ευρώπη, η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ θέτει σε κίνδυνο τη φιλελεύθερη διεθνή τάξη».
Υποστηρίζει, επίσης, ότι το σύνθημα «η Αμερική πρώτα» και η αντιπαγκοσμιοποιητική ατζέντα του απειλούν με προστατευτικούς εμπορικούς πολέμους, με μια παγκόσμια «σύγκρουση των πολιτισμών», με διακινδύνευση της ειρήνης στην Ευρώπη και στην Ανατολική Ασία, αλλά και με περισσότερη βία στη Μέση Ανατολή.
Ο καθηγητής Οικονομικών Τζακ Ράσμους χαρακτηρίζει αυτές τις εκλογές «επανάσταση της εργατικής τάξης ενάντια στις πολιτικές ελίτ τόσο των Δημοκρατικών όσο και των Ρεπουμπλικανών».
Αυτό που εκτιμά ότι έκανε τη διαφορά είναι η ικανότητα του Τραμπ να κινητοποιήσει πιο αποτελεσματικά για τις εκλογές τη βάση του -αποτελούμενη από εργάτες που δεν έχουν πάει στο κολέγιο, αλλά και ανθρώπους από παραδοσιακά αγροτικές περιοχές, μικρές πόλεις και μικρές επιχειρήσεις- απ’ ό,τι η Κλίντον τους δικούς της ψηφοφόρους – κυρίως γυναίκες και ανθρώπους των προαστίων, των μειονοτήτων, με κολεγιακή μόρφωση.
Σε κάθε περίπτωση οι υπόγειες αλλαγές στην αμερικανική κοινωνία που οδήγησαν τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο -όπως, τηρουμένων των αναλογιών, και τη Βρετανία στο Brexit- θα δώσουν τροφή σε αναλύσεις και έρευνες για πολύ καιρό ακόμα.
