Μέχρι και το βράδυ της Τρίτης έμοιαζε απίθανο, αλλά είναι πλέον αδιάψευστη πραγματικότητα: ο Ντόναλντ Τραμπ, ο άνθρωπος που παραβίασε στη μακρά προεκλογική περίοδο κάθε κανόνα πολιτικής -και όχι μόνον- ευπρέπειας, είναι πλέον πρόεδρος της ισχυρότερης χώρας στον πλανήτη.
Κέρδισε, γιατί κατάφερε με τον διχαστικό, λαϊκίστικο, προσβλητικό για τις μειονότητες και (επιφανειακά) «αντισυστημικό» λόγο του να εκφράσει την αγανάκτηση δεκάδων εκατομμυρίων Αμερικανών πολιτών για το βαθιά (διε-)φθαρμένο, στα όρια της σήψης, δικομματικό πολιτικό σύστημα της Ουάσινγκτον και τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης και των ακραίων ανισοτήτων που αυτή επιβάλλει εδώ και δεκαετίες στις ζωές τους.
Δεν θα τα κατάφερνε, όμως, παρά το έμφυτο θράσος και τα αναμφισβήτητα επικοινωνιακά του χαρίσματα, που θυμίζουν έντονα τον «καβαλιέρε» Σίλβιο Μπερλουσκόνι, αν δεν είχε απέναντί του τη Χίλαρι, τη ζωντανή προσωποποίηση αυτού του σάπιου συστήματος -κι αν δεν πετύχαινε, εκμεταλλευόμενος τον υπεροπτικό χαρακτήρα της, να τη σύρει μαζί του στη λάσπη μιας από τις πιο βρόμικες προεκλογικές καμπάνιες όλων των εποχών.
Οπως συνέβη και με αντίπαλο τον «άβγαλτο» Ομπάμα, το μακρινό 2008, η Χίλαρι έχασε ξανά από την υπερβολική σιγουριά της πως θα νικήσει, μια σιγουριά που εκπορεύεται από τις πολύ στενές σχέσεις της ίδιας και του συζύγου της με τις τράπεζες της Wall Street -τους βασικούς χρηματοδότες της, σε μια μονομαχία που κόστισε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια- αλλά και το φιλοπόλεμο στρατο-βιομηχανικό σύμπλεγμα των ΗΠΑ, το οποίο υπηρέτησε πιστά τόσο ως γερουσιαστής όσο και ως υπουργός Εξωτερικών.
Μόνο απέναντι σε μια τόσο οφθαλμοφανώς διαπλεκόμενη και φιλοχρήματη πολιτικό μπορούσε άλλωστε να αυτοπροβληθεί ο Τραμπ, ένας δισεκατομμυριούχος μεγιστάνας των ακινήτων που ζει στη χλιδή, σάρκα από τη σάρκα της αμερικανικής ελίτ, σαν «αντισυστημικός» υποψήφιος, κόντρα στο ίδιο του το κόμμα, και να πείσει εκατομμύρια φτωχούς λευκούς να τον ψηφίσουν, πουλώντας τους φτηνό «πατριωτισμό», ξενοφοβία και το όνειρο της ανάκτησης των χαμένων προνομίων της σε μια από καιρό καθημαγμένη και βαθιά ανασφαλή μεσαία τάξη.
Αποτελεί, δε, κορυφαία ειρωνεία πως ο Τραμπ, που εδώ και μήνες καταγγέλλει ότι οι εκλογές είναι «στημένες», τσεπώνει τα κλειδιά του προεδρικού μεγάρου (με «μπόνους» το πυρηνικό βαλιτσάκι), αν και σε παναμερικανικό επίπεδο λαμβάνει (μέχρι στιγμής, αφού η καταμέτρηση συνεχίζεται) κάπου 218.000 λιγότερες ψήφους από την πάλαι ποτέ Πρώτη Κυρία, χάρη στο ιδιότυπο εκλεκτορικό σύστημα των ΗΠΑ.
«Terra incognita»
Και τώρα τι; Μετά το σοκ, η παγκόσμια αγωνία είναι έκδηλη και δικαιολογημένη, αφού ο Τραμπ, το περιβάλλον του και η πραγματική του ατζέντα είναι «terra incognita» για όλους.
Το γεγονός ότι οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν τον έλεγχο του Κογκρέσου, μάλιστα, του προσδίδει ένα διετές «παράθυρο» νομοθετικής παντοδυναμίας, τουλάχιστον ώς τα «Midterms» του 2018.
Ομως όσοι πιστεύουν πως με τον Τραμπ θα έρθει η Αποκάλυψη του Ιωάννη, προφανώς υπερτιμούν την πραγματική ισχύ του εκάστοτε «πλανητάρχη» και τον αληθινό ρόλο του πολιτικού προσωπικού στη διαμόρφωση της εσωτερικής και (ιδιαίτερα της) εξωτερικής πολιτικής τής πέραν του Ατλαντικού «Νέας Ρώμης».
Για να μείνουμε μόνο στον 21ο αιώνα, θυμίζουμε πως ο Μπους τζούνιορ εξελέγη (λέμε τώρα…) το 2000 με προφίλ «απομονωτισμού» και ενασχόλησης μόνο με τα ενδο-αμερικανικά προβλήματα, για να εξελιχθεί στον πιο φιλοπόλεμο πρόεδρο της νεότερης ιστορίας, ενώ ο Ομπάμα κινητοποίησε υπέρ του το πιο προοδευτικό κομμάτι της αμερικανικής κοινωνίας και νίκησε τη Χίλαρι με μια αμιγώς «αριστερή» (για τα αμερικανικά δεδομένα) πλατφόρμα, για να εξελιχθεί σε έναν απολύτως «συστημικό» πρόεδρο…
